Γιατί πρέπει άραγε ο νους να κάνει διανομή μπροστά στο εξάτμισμα του απελθόντος χρόνου, αγκάλιασμα στα μύχια της ενοχής, μέσα από πέρασμα στενό κ απόκοσμο, στην παρακμή, στο βράδιασμα του πόνου;
Βγάλε τα μωβ μολύβια σου λοιπόν και τράβηξε μου μια γραμμή, μία πριν απτον τάφο μου, να διανύσω θάνατο από του κεφαλιού την κορυφή ως τ'ακροδάχτυλα και να νικήσω
Βγάλε τα κόκκινα. Δεξιά είχα αγκάθια, αγκάθια αριστερά, να μου φωτίζεις τις πληγές και να γελώ. Το αίμα μου κυλάει ζωντανό και σου χαρίζω όσα με χάραξες, οι φλέβες ζούνε εις αεί απέθαντες των μαχαιριών
Βγάλε τα μπλε. Έφυγα με τη θάλασσα, θα γίνω μύθος των μοναχικών περιπλανώμενων ελπίδων και όνειρο που κόλλλησε με το δικό του, κολλάω μ εκείνον
Ντύσε με φόρεμα λευκό, τις επωμίδες ξήλωσα, μονάχα το σπαθί κρατώ ζωσμένο γιατί ο τιποτένιος πέφτει ένδοξος και στην επέλαση του τελευταίου κλάσματος γίνεται ήρωας, μα ο επιζήσας φοράει γυαλισμένη τη λεπίδα...
Σπείρα γλυκιά, γλυκιά μου στροφορμή, φιλί μακραίωνο έρχεται κ εσύ γυρνάς με μέγιστη ταχύτητα, αγώνα που κινάς...
Γυρνώ γύρω απ'αυτό που έκαμνα εαυτό, γύρω από αυτό που ζει στα χέρια μου κ εντός μου
Γιατί μπροστά απτο χρόνο που κυλά θα δω το νέο άνθρωπο...
Θα δω φιλί κατω από σπάνια πεύκη και ζωοφόρο φτάνει το ένα σε διπλό
Ευοίωνος Κόσμος Πρόσω Ολοταχώς



















