Τρίτη 30 Δεκεμβρίου 2008

Φιλί κάτω από σπάνια πεύκη...

Παράξενη αίσθηση....Καταχνιά ν' αντέχεις. Στο φως γεννάω ακόμα φαίνεται φύκια από σκοτάδια- Ξεβράζονται για να πεθάνουν μια για πάντα.
Γιατί πρέπει άραγε ο νους να κάνει διανομή μπροστά στο εξάτμισμα του απελθόντος χρόνου, αγκάλιασμα στα μύχια της ενοχής, μέσα από πέρασμα στενό κ απόκοσμο, στην παρακμή, στο βράδιασμα του πόνου;
Βγάλε τα μωβ μολύβια σου λοιπόν και τράβηξε μου μια γραμμή, μία πριν απτον τάφο μου, να διανύσω θάνατο από του κεφαλιού την κορυφή ως τ'ακροδάχτυλα και να νικήσω
Βγάλε τα κόκκινα. Δεξιά είχα αγκάθια, αγκάθια αριστερά, να μου φωτίζεις τις πληγές και να γελώ. Το αίμα μου κυλάει ζωντανό και σου χαρίζω όσα με χάραξες, οι φλέβες ζούνε εις αεί απέθαντες των μαχαιριών
Βγάλε τα μπλε. Έφυγα με τη θάλασσα, θα γίνω μύθος των μοναχικών περιπλανώμενων ελπίδων και όνειρο που κόλλλησε με το δικό του, κολλάω μ εκείνον
Ντύσε με φόρεμα λευκό, τις επωμίδες ξήλωσα, μονάχα το σπαθί κρατώ ζωσμένο γιατί ο τιποτένιος πέφτει ένδοξος και στην επέλαση του τελευταίου κλάσματος γίνεται ήρωας, μα ο επιζήσας φοράει γυαλισμένη τη λεπίδα...

Σπείρα γλυκιά, γλυκιά μου στροφορμή, φιλί μακραίωνο έρχεται κ εσύ γυρνάς με μέγιστη ταχύτητα, αγώνα που κινάς...
Γυρνώ γύρω απ'αυτό που έκαμνα εαυτό, γύρω από αυτό που ζει στα χέρια μου κ εντός μου
Γιατί μπροστά απτο χρόνο που κυλά θα δω το νέο άνθρωπο...
Θα δω φιλί κατω από σπάνια πεύκη και ζωοφόρο φτάνει το ένα σε διπλό

Ευοίωνος Κόσμος Πρόσω Ολοταχώς

Δευτέρα 22 Δεκεμβρίου 2008

xmas_Eve

Ο άνεμος κατεβάζει το αλάτι της θάλασσας σε στροβίλους την ώρα που περνάς πλάι της μέσα στη βουή του δρόμου. Λίγα δευτερόλεπτα μια στήλη άλατος έμεινε αιωρούμενη από σένα, λίγο μετά την ώρα που χυνόταν πάνω σου. Νιφάδα βιολετί μια φορά ξανά για πού το’βαλες? Ύστερα η βροχή σε μανιασμένα κύματα ριπές να σε χτυπά, χειμώνας και κρατά μαστίγια. Τι άλλο να ευχόσουν; Μήπως δεν είδες και στον αέρα τη θάλασσα; Μέσα στο δρόμο τυλιγμένη στην ομίχλη σου, να βαδίζεις κόντρα στο ρεύμα, μα για πού το’βαλες; Καθιερώθηκε από τα τελευταία σου Χριστούγεννα, να σβήνω πάντα όλα τα φώτα. Όλα τελευταία είναι. Τα μάτια θα κολλήσω για ώρες στα μπλε του δέντρου φώτα με τις πολλές δυνατότητες άναψε-σβήσε μέχρι το ξημέρωμα και την πρώτη μέρα αγκαλιά μου θα σβήνει ο χρόνος. Πώς να μάθω να ζω με μένα που όλο το ίδιο κάθε χρόνο πεθαίνω και γεννώμαι;

Κυριακή 21 Δεκεμβρίου 2008

Τρίτη 16 Δεκεμβρίου 2008

Άκου και πες μου...


Ο δάσκαλός μου θα θυμώνει κάθε φορά που μέσα μου πειραματίζεται η ευγιά με λύπη όταν η πρώτη αφήνεται στη δεύτερη να την πλακώνει σε κρεβάτι που δεν τις χωρά... ας είναι...

Μα ας είναι ετούτο. Το χρωστώ στο φίλο μου που τό'σκασε πριν μήνες και πίστεψα στα δέντρα που τα καταπίνει ομίχλη παχιά κ ως το πρωί δε μένουν μήτε ίχνη απτις ρίζες τους, στα διψασμένα φύλλα που δε μοιάζουνε ποτέ βρεγμένα ακόμα κ αν αδειάζει απάνω τους ο ουρανός ολάκερος, στον κύκλο το δικό μου δίχως τέλος, ο Οδυσσέας αιωνόβιος μα η Ιθάκη πουθενά.
Ανάβει το φωτάκι φάντασμα στο πάτωμα κ όλα τ'αστέρια στο ταβάνι ζούνε σε φως υπεριώδες αφού δε βγάζει η νύχτα απόψε τα δικά της στο σεριάνι.
Οι μέρες μου κι οι νύχτες μου σε ρήξη που ποτέ δεν έπαψαν. Βουλιάζει κάθε ερχόμενη αυγή στην άμμο κ αυτή κινούμενη να μας ρουφά μέσα της άπληστα, από τα πόδια μέχρι τα μαλλιά, μέχρι θανάτου. Βάτοι καιόμενοι του αδυνάτου...
Ήρθε ξανά να παίξει το ύπουλο της το παιχνίδι ανυπαρξία αδυσώπητη, βαριά, λες και το ακροφύσιο της ζωής στην άβυσσο κατακρημνίστηκε, πλέκοντας το θανατηφόρο του εγκώμιο.... Ένα σκοτάδι κ ένα φως δικό μας, η ομορφιά που έσβηνε στη δύση, η αφροσύνη π΄ανατέλλει κάθε χαραυγή κ ύστερα όλο αυτό ανάποδα να δείχνει μια τσουλήθρα που οδηγεί στον όλεθρο..
Σ'αυτή την σφαίρα της φωτιάς που έχω τυλιχτεί μοιάζει φτωχή η ειλικρίνειά μου και του κόσμου, αδύναμη η αλήθεια εμπρός μου κ η ελπίδα να φυλάγεται ζεστή από χέρια και πόδια κομμένα. Τα ξέρω, τα θέλω, όλα τα θέλω, τα μάταια ξέρω, τα μάταια....
Στην άκρη στάθηκα που έγλειφε το κύμα, πετούσα πέτρες με τις ώρες δίχως σκέψεις, πέτρες που βούλιαζαν , κύκλοι που έσβηναν πάνω στη διάφανη επιδερμίδα.
Ζούμε για τις αναλαμπές μας, ζούμε με αναλαμπές μα για κάποιο λόγο αυτός ο κύκλος δεν πεθαίνει ποτέ...

Δευτέρα 8 Δεκεμβρίου 2008

Σφράγισμα

Σιωπή του τάφου- θάνατος. Τρόμαξες τι; Να αγαπάς; Εγώ που υπέπεσα σα λύκος πεινασμένος στο λογισμό σου, λύκος έγινα... Καταραμένη έκπτωτη που τρώει τις καρδιές ανθρώπων. Το δέρμα μου έσχισα, κι είσαι παντού από κάτω εκεί κ πάντοτε θα είσαι. Έβγαλα τρίχες πέσαν τα φτερά και τρέχω πίσω στη σπηλιά μου. Να κρύψω την ασχήμια μου που ντύθηκα, να κρύψω τη ντροπή, τη ματωμένη μου καρδιά να γλείψω. Δε θα μιλήσω. Ποτέ ξανά. Καλύτερα βλαμμένη και μουγγή. Τα μεγαλεία πέρασαν, η ομορφιά περνά όταν την ομορφιά από μέσα σου απολύεις, όταν κανείς δεν στη γυρεύει πια...

Τρίτη 2 Δεκεμβρίου 2008

το φιλί της ζωής



Έρχεται με τα κύματα, τις παλίρροιες… Η αγάπη
Δίχως να μιλά. Δεν ειδοποιεί. Την ξεβράζει στην ακτή η θάλασσα. Την έκλεψε απ’αλλού. Την έφερε σαν ένα παιδί με σχισμένα ρούχα χλωμό και μπλάβο, λιπόθυμο σχεδόν από τα νερά. Να το σκεπάσεις γρήγορα να μην πεθάνει ξανά γιατί ήρθε για σένα κ αν ποτέ δεν ξανάρθει? -Δεν έχω τίποτα να το σκεπάσω. -Πώς να του τρίψω τα χέρια με τα παγωμένα χέρια μου? -Πώς να τ’αγκαλιάσω? -Να προσευχηθώ ναι να προσευχηθώ…

Πέμπτη 27 Νοεμβρίου 2008

Αδάμ...

Τον κατακλύζει μέσα του ολάκερος ωκεανός
Ανεξερεύνητος...
Το μπλε βαθύ π' αναβλύζει στο πρόσωπο
Με κάθε νέο χάραμα κινάει, βαδίζει πάνω στο νερό, μέρα ολάκερη, χιλιόμετρα μονάχος
Κάποτε φθάνει, πετά ως εκεί που κρύβονται στα δάση άγρια πέταλα, που σαν τον άνεμο τρέχουν αγρίμια, στους ώμους του απόκρημνες γυμνές κορφές που κατεβαίνουνε πουλιά, και κάτω απτο παχύ χορτάρι στα πόδια του ο κόσμος χύνεται πολύβουες σκιές...
Εκείνος γδύνεται τη λύπη, ματώνει τη φθορά, με το σπαθί του τεμαχίζει το φόβο
Ο άντρας με το σφράγισμα απ΄αγιόκλημα στο χέρι
Το κάθε σούρουπο κουρνιάζει ξέπνοος στο κρεβάτι ή σ'αγκαλιά αγαπημένη που δεν ξέρει κ ούτε βλέπει πως σχίζεται η σάρκα στο πλευρό του,
κλαδιά αγιόκλημα π'αναρριχώνται
το μπράτσο του αγκαλιάζουν, την κοιλιά, χαιδεύουν ως το μέτωπό του
κι έπειτα στην καρδιά του βουτάνε βαθιά μέχρι την επομένη...

Τρίτη 25 Νοεμβρίου 2008

Raison d'être...

Πρωτόπλαστο πλάσμα ακόμα, την αγωνία του ανέμου ντύθηκα νωρίς με άγουρα, αδύναμα φτερά. Κι όπως ο άνεμος περιπλανήθηκα- Όμως εις μάτιν.
Δεν έσπειρα τίποτα κ είδα ουδέν. Ενόσω υπάρχω τραγική ειρωνία κ αγκάθι.
Εκείνο που με έλουζες Αγάπη το έκλεψε ο δρόμος. Το σκόρπισα. Εχάθει.
Όσο απόμεινε λειψό απόσταγμα να κολυμπά τυρρανικά στον καυτό λυωμένο μου πυρήνα.
Γύρισα μανδύας θνητός νοτισμένος χίμαιρες και σάρκα πεινασμένη να μ'εμποδίζουν να πετώ, όχι να πετώ, τα υπάρχοντά μου, να μου θυμίζουν διακαώς πόσο μικρός, πόσο αλλότριος ο κόσμος, πόσο καρφώθηκα στο τέλος ακίνητος και το ταξίδι από πάνω μου μετέωρο να σβήνει... Μέχρι εκεί που απωλέσθηκε η ανθρώπινη ελπίδα, την ώρα που βυθίζονταν στα σκοτεινά του υπόγεια ο νους κι έξαφνα φώτα απόκοσμα με ζώσαν και με τραβούν με την ψυχή να φύγω ν'αναζητήσω όσα έχασα...

Κυριακή 16 Νοεμβρίου 2008

του θανάτου

Στο σκοτάδι κανονικά τα μάτια συνηθίζουν κι ύστερα από λίγο διακρίνουν το φως εκτός αν είσαι τυφλός. Τα δικά μου μάτια βλέπουν πιο βαθύ σκοτάδι και ασημένιες αστραπές που χαρακώνουν το ουρανιο στερέωμα
Χαμηλά στην ανατολική γωνία του δωματίου έχει κολλήσει ένα μικρό μαύρο πουλί. Σα να χει σφηνώσει πάνω στον κρύο τοίχο. Τρέμουν τα φτερά του και ζαρώνει. Περίλυπο τρυπά το στήθος του, μετά την κοιλιά του και με το ράμφος του κόβει κομμάτια τα εντόσθιά του. Κι ακόμα ζει που να πάρει... Όπως εμένα που κάθε βράδυ ένας γύπας μου τρώει την καρδιά και κάθε πρωί ασθενική από τη μοίρα που την περιμένει καρδιά ξαναφυτρώνει.
Σήμερα περιμένω στο πρόσωπό μου το Μαύρο Αγγελό μου να διαπραγματευτώ μαζί του αν θέλω να μείνω και γιατί. Μπορεί και να ναι η τυχερή μου μέρα...

Πέμπτη 13 Νοεμβρίου 2008

miss misery loves...

Ζήτησε πανικοβλημένος ένα πανί να καθαρίσει τη στάχτη απ'τα πλήκτρα.
Απεγνωσμένος πιανίστας που απ' τα δάχτυλά του κάρβουνο έγραφε κ δεν το έβλεπε.
Της καρδιάς το κάρβουνο, το δικό του, το αβάσταχτα άγνωστο.
Δική μου φωτιά γερασμένη, δεν το ξέρει;
Καμμένα δάχτυλα, του άφησες το κάρβουνό μου.
Φοβάμαι μην του κάψεις το μυαλό.
Ύστερα έβαλε τις νότες του να έρπονται για να με σφίξει ξανά.
Φερέφωνο εν αγνοία του έγινε της θάλασσας που με φωνάζει...
Η μελωδία κύλησε την αγάπη ποταμό κ όλο το πάτωμα χρυσό ποτάμι.
Δεν υπάρχει το ταβάνι μονάχα ουρανός κι ο δρόμος που οδηγεί στο σταυροδρόμι
Αφήνει πίσω τον ένα απ'τους δυο
Ο μουσικός κ ο χορευτής καθένας μίλησε για της καρδιάς του τον κόσμο
'Εφυγα κ έμεινα με το αίσθημα της μούσας τελευταία φορά
....................................................................................................................................................................

Θα' σουν εσύ λοιπόν... Που τώρα φοράω κόκκινο και πράσινο, λιβάδι ξεχασμένο παπαρούνες. Και στο φτερό πατάω, δεν πατάω πια.
Που μόνο το ζεστό αγκαλιάζω κι εκείνο μου χαιδεύει τα μάγουλα.
Που κλαίω από μέσα μου και στον παραμικρό τον ήχο πάνω πετάγομαι.
Καινούργια μου γαλάζια φλόγα. Βγάζει μικρές φωνές το δέρμα μου.
Τα όργανά μου όλα μακραίνουν, μεταλλάσσονται. Να γίνομαι αυτό που θελεις να αγγίζεις. Μέσα μου εστίες παντού. Θα είσαι εσύ η γαλάζια μου φωτιά...

Τρίτη 11 Νοεμβρίου 2008

Παρακμή

'Ενα χρυσό σχοινί κατεβαίνει μέσα απ΄το γκρίζο γυάλινο ταβάνι
Το δένω στον καρπό μου για να μ'ανεβάζει ψηλά
Σέρνεται πίσω μου φθαρμένο το βελούδινο φουστάνι
Καρδιά που καταδίκασες σε γκιλοτίνα τόσες ψυχές,
καρδιά που αφαίρεσες ζωή
Ξεπούλησα όλα τα υπάρχοντά μου και στο πάτωμα κοιμάμαι,
μαζί με φύλλα φθινοπώρου,
στο άδειο μου μαρμάρινο παλάτι
Μόνο κλαδιά από δέντρα ψηλά περνάνε τα σπασμένα μου παράθυρα,
πουλιά που κρυώνουν
Κ από το πάτωμα τα βράδυα ξεπηδάνε φωτιές
και κυριεύουν το μυαλό μου όλα όσα θανάτωσα
Να καταπίνω πρέπει τη φωνή
Δεν το ξεπλήρωσα το τίμημά μου?
Τι με τραβάς ακόμα τη δόλια κάτω εκεί?

Δευτέρα 10 Νοεμβρίου 2008

Ένα πικρό ουράνιο σώμα έρχεται τα βράδια, μ΄αγκαλιάζει
Ανατριχιάζω και στο θάνατο βουλιάζω..
Φτερούγα άϋλη διπλή περνάει κοντά μου κ κυρτώνουνε οι τοίχοι
Μου ζητά μια χάρη
Ελπίδα που μ'εγκαταλείπεις
Στοργή που μ'επιστρέφεις στη μοναξιά μου..

Τετάρτη 5 Νοεμβρίου 2008

Frozen


Ένα σινιάλο που δεν έρχεται μέσα στη νύχτα
Σου μήνυσαν πως έχεις για καρδιά λευκή οθόνη και ξάφνου όλα πάνω σου μυρίζουν πτωμαϊνη.
Λευκός ο θάνατος. Να σκύβει τον είδα στο νερό και να κοιτάζει.
Τον είδα να χαμογελά σ’εκείνο που του χάριζα, καθρέφτισμά του- Ο νάρκισσος που δίπλα μου φυτρώνει…
Δε βάσταξα να μοιραστώ την τόση ομορφιά του. Πάνω του τύλιξα με βουλιμία, υγρά τα δάχτυλά μου κ εκείνος φώναζε, μου ορκιζόταν πως κρυώνει
Κι όλα τα πέταλά του να πέσουν άψυχα άφησε στην καρδιά μου…

Τετάρτη 22 Οκτωβρίου 2008

Ταξίδι

Ταξίδι...

Παραπατούσα σα βελόνα πάνω σε δίσκο γρατζουνισμένο. Αυλάκια της αβύσσου. Ώσπου συνάντησα μια μπουκαμβίλια. Στο πρόσωπό μου τίναξε όλα της τα λουλούδια και το σκοτάδι σπάραξε στο φως. Όλο το φούξια χύθηκε ζεστό ποτάμι μέχρι την καρδιά μου...

Πέμπτη 16 Οκτωβρίου 2008

ENCARDIA

Η στροφή αντί να σε κρατήσει μέσα της κάποτε σε πετάει στο αντίθετο ρεύμα όπου συντρίβεσαι - μόνος σου παρ’ελπίδα. Η ελπίδα πεθαίνει πάντα τελευταία αφότου έχεις πεθάνει εσύ… Πεθαίνει μαζί με την ΕΦΤΙΧΙΑ που δίχως υ ίσως και ν’αποκτά ένα βαθύτερο νόημα για το άθλιο χοντροκέφαλό σου «κ οι παλιές μου θεωρίες δε μου φτάνουν να σ’ αγγίξω όταν κλαις…» Γιατί, την έχασα προτού την αποκτήσω πρώτα. --Με πόσες λέξεις να της εξηγήσω τι είμαι, τι σόι πράμα είμαι; -Είσαι μια μεγάλη κόκκινη παγωμένη μπάλα. Μου παγώνεις τα χέρια και όλο μου γλιστράς
Σε 2 ξένα ζευγάρια παιδικά μάτια είδα μια πρόωρη του ήλιου δύση κ ύστερα φοβήθηκα να κοιτάξω τα 4 δικά μου. Η καμπούρα μου μοιάζει μεγαλύτερη κ απ του καραγκιόζη κι οι σκύλοι περιμένουν να με δουν, να πέφτω. Θέλω να χωθώ σε μια από τις αγαπημένες μου παλιές σχισμές και να μη βγω έξω ποτέ. Τότε γαντζωμένη πάνω σ’ ένα χοντρό δερμάτινο μπουφάν με μάτια μαλακά ανακάθιζα χασκογελώντας πάνω στη μηχανή -διαδρομή του αγνώστου στα βουνά και στη θάλασσα. Ποιος με λήστεψε και ποιος ακόμα με ληστεύει;

Τρίτη 14 Οκτωβρίου 2008

Δευτέρα 13 Οκτωβρίου 2008

πάνω στη στροφή...



Οφθαλμαπάτη. Ο δρόμος χάνεται κ όλος ο κόσμος γίνεται μεμιάς δικός σου σε πτώση ελεύθερη στην απέραντη θάλασσα- αυτοί οι δρόμοι που ποτέ δεν άλλαξα -οι δρόμοι του νερού...
Εύχεσαι τότε κ είναι δύο όλα κ όλα τα κλάσματα που το αίμα σου τρέχει σαν σε τρελλό πανικό, δηλητήριο αφιόνι, αναστατώνοντας τις φλέβες, σου μουδιάζει τα μηνίγγια.
Εύχεσαι να γίνεται την ώρα που πίσω από το παραβάν τους σε ξεγελούν τα μάτια και το στόμα στεγνώνει
Υστερα, μέσα σε χρόνο και σε κόσμο ανύποπτο, αυτό το παιχνίδι μπροστά σου ξεπροβάλλει και πάλι για να σε παιδεύει όπως κάτι ανεκπλήρωτο
Μοιάζει έτσι κ απόμεινε μια εικόνα κομμένη απότομα, μια σκέψη που εμπόδισαν, για πάντα μετέωρη. Σαν τη ζωή. Ένα βήμα πελαργού και μια λέξη
Nikos

Σάββατο 11 Οκτωβρίου 2008

Στο φως, αφάνισε...

Τα βράδια λειτουργώ με λυχνία. Το καλώδιο της γεννήτριας το έχει ροκανίσει ο ποντικός. Το δίκτυο έγινε σαύρα και έρπεται στο πάτωμα ναρκωμένο κυλώντας μαζί του, απ’την ουρά του, όσα περιμένουν στην άκρη της γλώσσας. Στο τέλος χωνεύονται μέσα μου όλα ξανά σαν πυρομάχι. Τα τηλέφωνα με παλαμάκια τα διατάζω στο αθόρυβο- συγχώρεσέ μου τα αναπάντητα- Ταξινομείται το χθες σε συρτάρια, την ώρα που το τώρα πορεύεται ασήμαντο με μηδενική ταχύτητα ώσπου στο τέλος κι αυτό εξοστρακίζεται πάνω στους δείκτες ενός ρολογιού που δεν κοιτώ ποτέ κ από εκεί μέσα στο τσεπάκι κάποιου Μορφέα για να γίνει χθες. Σήμερα δε νυστάζω.-Και στο αύριο βάζω να σαρώνει όλα τα βραβεία. Όσες εικόνες περνούν στα αζήτητα την ώρα της μέρας πού’χες γίνει ένα καλοκουρδισμένο μηχανάκι τώρα διαχέονται μέσα σου ευλαβικά κ εκτοπίζεται η πόλη. Τα σύννεφα ασπρίζουν ακόμα στο φως του φεγγαριού. Το ρόδι κόκκινο διάφανο σου βάφει το στόμα σαρώνοντας τις προηγούμενες απόπειρες γεύσης. Τα χέρια σου παίρνουν το χρώμα του φλοιού. Το ξίφος σου γυαλίζει στις άκρες των δαχτύλων. Ότι έχω μέχρι τώρα φυλάξει καλά για φθινόπωρο δεν είναι τα κίτρινα σκουριασμένα φύλλα τα πεσμένα στο δρόμο. Είναι η πράσινη τρικυμισμένη θάλασσα όταν ο γιαλός αναπνέει την ταραχή. Είναι ο άνεμος που περνά από τα πεισματικά σφραγισμένα ανοίγματα για να τον ακούς κι εκείνα τα πουλιά που μετεωρίζονται κατάντη στο λευκό ουρανό αντίστροφα στο χρόνο πτήσης. Ο μούστος ο βαθύς μαβής που προϊδεάζει του κρασιού τη ζάλη, το μωβ απ΄τα λουλούδια στα χέρια σου που μύριζαν. Είναι που άργησα και τώρα έχω κολλήσει το μούτρο στο γυαλί- γράψε γυαλί παντός είδους- «αυξάνεται κ πληθύνεται του ανθρώπου η συμμορία…» και με τη μουσική δυνατά συνοδεία στο λαβύρινθο αποφασίζω να περπατώ με σιγουριά... Εκεί στο νότο…

Τρίτη 7 Οκτωβρίου 2008

3 νύχτες και 1 μέρα

Μετράω τη νύχτα με τα ονόματά της. Εκείνα που ανασύρουν τις αναλαμπές μιας μέρας. Πόσα ονόματα μες στη στιγμή εσύ αλλάζεις; Αδιάκοπα δουλεύουν τα μολύβια, τα πινέλα όσο αναπνέω...Άθελά μου κι όμως αυτοβούλως... Μια στραβή πινελιά που κάποτε ζωγραφίζω κ από τότε καμιά δεν μπορώ να πάρω πίσω. Δε βάζει μόνο ο χρόνος τις γραμμές στο καμβά. Σκάει μύτη το τέρας μου εδώ- Γεια να σε δω. Και τα μαύρα κάποτε σκεπάζουν το μπλε και βαραίνουν της ψυχής το περίγραμμα, τα σκοτάδια που συρρικνώνουν τις φωτεινές μέρες πάνω από τη θάλασσα. Η σκιά του θανάτου, η σκιά της αγάπης που σκεπάζουν βαριά όσους άφησαν πίσω...Ο ένας μετά τον άλλο η αλυσίδα τους ξεκληρίζεται. Πλησιάζουν τη δικιά μου...

Παρασκευή 3 Οκτωβρίου 2008

.......

"Τα μάτια αν κλείσω βρίσκομαι σ' ένα μεγάλον ίσκιο, το χρώμα της αυγής το αισθάνομαι στα δάχτυλά σου. Ξέχασε το ψέμα που σε βοήθησε να ζήσεις, γύμνωσε τα πόδια σου, γύμνωσε τα μάτια σου, μας μένουν λίγα πράγματα όταν γυμνωθούμε, αλλά τα βλέπουμε στο τέλος πιστά. Τα μάτια αν κλείσω βρίσκομαι πάντα σ' ένα μονοπάτι, τ' αυλάκια χαλασμένα δεξιά κι αριστερά, στην άκρη, το σπίτι με γυαλιά που το χτυπάει ο ήλιος, άδειο. Σκέφτηκα τα δάχτυλά σου να χτυπούν τα τζάμια, σκέφτηκα την καρδιά σου να χτυπά πίσω απ' τα τζάμια και πόσο λίγα πράγματα χωρίζουν έναν άνθρωπο, που δεν τα ξεπερνά. Δεν ξέρεις τίποτα γιατί κοίταξες τον ήλιο. Το αίμα σου στάλαξε στα μαύρα φύλλα της δάφνης, τ' αηδόνι, περασμένες νύχτες, μάρμαρα στο φεγγάρι, και στο ποτάμι το 'συρα κι έβαψε το ποτάμι. Συλλογίζομαι, όταν συλλογίζομαι, συλλογίζομαι τις φλέβες μου και το μυστήριο των χεριών σου που οδηγούν, κατεβαίνοντας προσεχτικά σκαλοπάτι το σκαλοπάτι. Τα μάτια αν κλείσω βρίσκομαι σ' έναν μεγάλο κήπο." ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ

Πέμπτη 2 Οκτωβρίου 2008

bad_dream



έστειλα όλα μου τα δάκρυα στον ουρανό κ αυτά ανδρώθηκαν σε σύννεφα και πάνω μου κύλησαν ξανά.είδα σε όνειρο πως είναι κίβδηλος ο ήλιος μου, το φως του κίβδηλο.-

Τρίτη 30 Σεπτεμβρίου 2008

-- column vertebral



Ένα ρολόϊ μικρό να χτυπά στο αίμα σα μια υποψία επερχόμενης ηδονής. Πώς να μη ριγείς όταν σε αγγίζουν με τα μωβ τους δάχτυλα? Έχω υπάρξει χρόνους εδώ μέσα ορφανό παιδί δίχως καρδιά. Αν δεν είχαμε τους μυς και τα νεύρα θα μπορούσαμε να βάζουμε κ να βγάζουμε το κεφάλι μας κατά βούληση επειδικτικά σαν ακέφαλοι καβαλάρηδες. Ένα νεύρο που επιμένει να χτυπά πάνω στο δεξί μήλο μοιάζει με άλογο μικρό που καλπάζει γύρω απτο φράχτη- είναι δυο δάχτυλα νευρικά που θέλουν να τρυπήσουν το πρόσωπο, να το αφυπνίσουν. -Πρέπει να δουλέψω, πρέπει να δουλέψω. Να συγκεντρωθώ…-
Το κεφάλι καθίζει εφαρμόζοντας τέλεια πάνω στις υποδοχές του άτλαντα. Μ’ένα νεύμα αλλόκοτο εκτελεί παλινδρομική κίνηση δίχως να το στρέφεις δεξιά ή αριστερά πάνω ή κάτω. Σα μια βαρκούλα που λικνίζεται στη θάλασσα κι ο άξονάς μας να φτάνει κοντά μέχρι το καρύδι. Ποιά τελειότητα μπορεί να εξηγήσει η αθάνατη ανθρώπινη επιστήμη ή το μοριακό μας μυαλό?
Με δυσκολία κρατήθηκαν στη ράχη του βουνού ένα ή δύο- Έτσι το θέλω. Να ελπίζω πως κάπου εκεί κοντά θα τα βρω. Ποια άνοιξη θά’ρθει αφού δε θα τα βλέπω στο καταχείμωνο να σκορπάνε το ευωδιαστό τους μωβ?
Ο ανάποδος δρόμος οδηγεί στο κέντρο της γης που με καταπίνει κι ύστερα από λίγο πάλι με φτύνει στον ουρανό. Να μαθαίνεις την καρδιά σου σε μια αδιάκοπη αναπήδηση γιατί τούτος ο κύκλος δεν κλείνει. Γύρω τόσοι πολλοί βουβοί να μιλάμε το ίδιο. Μένει μονάχα να την ξεκλειδώνουμε κάποτε απτην σκοτεινή της κάμαρα και να την αφήνουμε να λιάζεται στο φως
- ευτυχώς που μ'έβγαλα

Πέμπτη 25 Σεπτεμβρίου 2008

way out of here...



Ανέπαφη ομορφιά- άμοιρη ζωή. Η λαβαντούλα που αγάπησα έπεσε στα πόδια του άπληστου εντολοδόχου ηγεμόνα κ αυτός την έστειλε να χτυπηθεί απτα δόντια ενός ασήμαντου εκσκαφέα εκτελεστή. Η "εξυγείανση" του τόπου προχωρά με μαύρη πίσσα και σκόνη γκρι ενώ η ψυχή αποθηκεύει τ'απωλεσθέντα και ρίχνει μαύρη πέτρα στον πλανήτη τους...

Τετάρτη 24 Σεπτεμβρίου 2008

Cascade


Οι αριθμοί μου έχουν φέρει κίτρινο πυρετό- δεν ελπίζω πως θα βρω πενικιλλίνη. Τ'άγρια βότανα θα κολυμπάνε στο στομάχι για μέρες μάταια ώσπου να βγάλω το μυαλό μου από την πρίζα.
Είπαν: «το μαύρο σου πάει»...Στον ύπνο μου είδα τόσα πουλιά κι ένα μαύρο πουλί μπήκε μέσα από το αυτί μου σήμερα. Παράλυσαν όλοι οι νευρώνες κι η καρδιά άρχισε να χτυπά κάτω απ' το μηδέν σε κρύο πολικό.
Να πώς μπορεί του κόσμου το σκοτάδι ν’αντέξει στους αιώνες με το μαχαίρι του θανάτου. Γιατί αυτός μετρά ανθρώπινο χρόνο και μηδενίζει- Όλες κ όλες δυο στιγμές μόνες σ’ένα σκουριασμένο μυαλό.
Εκείνη ετοιμάζει μεσημεριανό στην καθαρεύουσα κ εγώ μικρό παιδί με τα μάτια μια παλάμη πιο ψηλά και το στόμα ν'ακουμπά στο νεροχύτη να ρωτώ γι αυτά που χορταίνουν του παιδιού τη φαντασία.
Εκείνη βάζει για καφέ νερό κ αρχίζει διαλέξεις με τα όσα πρέπει κ τα όσα μη για καλαναθρεμμένες δεσποινίδες, αφ'εξής έξυπνες συζύγους, δυστυχισμένες ζωντοχήρες.
Εκείνη στου κόσμου την υψηλή κοινωνία, στις πηγές της αφθονίας...

Αν δεν σε συναντώ πια, ωστόσο, είσαι κ εσύ μέσα εδώ, εσύ εδώ τα καλοκαίρια, εγώ εκεί πάνω στη σοφίτα τους χειμώνες- πάντα θα συμπληρώνεις το κλιμάκιο.
Εύχομαι να πετάξεις ψηλά πιο ψηλά απ’τον γκρίζο ουρανό που άρχισες να κουβαλάς μόλις ένοιωσες πως έπαψες μ'αγάπη ν'αγκαλιάζεσαι και δόθηκες απλόχερα για λάφυρο στο θάνατο. Εκεί ψηλά τουλάχιστον θα μπορείς να αγαπιέσαι παντοτινά…

Δευτέρα 22 Σεπτεμβρίου 2008

c'etait ici...


To δωμάτιο γέμισε σκόνη. Κι αν είσαι μπλε, κρυστάλλινο παιδί τι να το κάνεις όταν δεν ξέρεις πώς-Με ακτινογραφείς, σε ακτινογραφώ. Πώς; 'Ελα να με πάρεις αγκαλιά- κουράστηκα τη συντροφιά των άλλων...

Παρασκευή 19 Σεπτεμβρίου 2008

Holly Hole

Το μελάνι δεν τελειώνει εδώ. Μπορεί να να εξαντληθεί το κάρβουνο όμως ή να καεί το χέρι. Έχω μια ζυγαριά στην τσέπη μου. Κάθε μέρα ζυγίζω χαρμολύπη και ανάλογα...Υπάρχουν αγκάθια που σφηνώνουν στην καρδιά και όλο ‘περπατάνε’. Όταν σταματήσουν, για να τα βγάλεις χρειάζεται τανάλια αλλά κ αυτό πάλι το έκανα. Μετά μένει μια τρύπα αιμορραγική και περιμένεις να τελειώσει το αίμα- Θε μου δε μου τελειώνει το αίμα τους. Όσο γεμίζω αγκάθια τόσο διψώ. Ζητώ να πιώ τη γνώση. Ο ωκεανός ρούφηξε θάλασσες, ποτάμια…-να γίνω ωκεάνιος. Γεμίζω αγκάθια και μαζεύω γνώση, γεμίζω αγκάθια και σκοτώνω την καρδιά. Γύρω μου αιωρείται μια αγάπη υπερωκεάνια κι εγώ βουλιάζω με δεμένη στο λαιμό μου μοναξιά ανυπέρβλητη…

Τρίτη 16 Σεπτεμβρίου 2008

Cecilia & the Balkans



Πιο συχνά, απ’το πουθενά, παρεμβάλλονται στον αμφιβληστροειδή σκηνές σαν κηλίδες σκιασμένες από δέντρο ψηλό, με την πλάτη ν’ακουμπά σε τοίχο λευκό και τα μάτια μισόκλειστα στην αντηλιά που βγάζει το λαμπύρισμα της θάλασσας, ένας πεζοπόρος στο σιωπηλό μονοπάτι του βουνού με τα κίτρινα κομμένα στάχυα και το χάδι του ανέμου στον αυχένα… Γλυστράνε απτα βλέφαρα και παραπλανούν το οπτικό πεδίο στο βαθμό που για μερικά δευτερόλεπτα αιωρείται, μετέωρο, το τώρα - ένα έργο με πλάνα αμοντάριστα. Τα κρόσσια ποιάς μνήμης, ίσως μια κρίση πανικού σ'ένα δωμάτιο με θέα? Πόση πραμάτια μπορείς να χωρέσεις στα συρτάρια σου χωρίς να ξεχειλίσει? Την προτελευταία φορά δεν έκλεινε. Την τελευταία χύθηκαν όλα έξω. Κάπου σ’ένα αδιέξοδο του δρόμου υπάρχει ακόμα ένα ξύλινο πάτωμα, μια μπάρα στον κίτρινο τοίχο κ ένας καθρέφτης, 2 ηχεία δαπέδου κ ένα βιολί ζεστό δαιμονισμένο που περιμένει…

Τρίτη 9 Σεπτεμβρίου 2008

MANINA...

MAN Intellectual Normality & Abnormalities

- Γίναμε όλοι σουρεαλιστές για να ζαχαρώνουμε πριν την κατάποση το πικρό μας χάπι. Nα σκάβεις τόσο πίσω είναι χιλιετζιά. Ο χρόνος κουκουλώνει τους λάκκους του κ ύστερα ξεπλένει σα βροχή τα σημάδια. Τίποτα δε μένει ίδιο κ ότι απέμεινε αχνό -μερικές ανήμπορες συναντήσεις στα σκοτάδια. Μ’ ένα ‘πώς’ χαζεύεις το κουλό σου χέρι και την πόρτα που έκλεισε. M’ ένα ‘γιατί’ πετάγεσαι απ’το κρεβάτι κ ανάβεις όλα τα φώτα...

ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑ ΣΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ
«Σκοπός της ζωής μας δεν είναι η χαμέρπεια.
Υπάρχουν απειράκις ωραιότερα πράγματα
και απ’ αυτήν την αγαλματώδη παρουσία
του περασμένου έπους.
Σκοπός της ζωής μας είναι η αγάπη.
Σκοπός της ζωής μας
είναι η ατελεύτητη μάζα μας.
Σκοπός της ζωής μας
είναι η λυσιτελής παραδοχή της ζωής μας
και της κάθε μας ευχής
εν παντί τόπω εις πάσαν στιγμήν
εις κάθε ένθερμον αναμόχλευσιν των υπαρχόντων.
Σκοπός της ζωής μας
είναι το σεσημασμένον δέρας της υπάρξεώς μας.»

Ανδρέας Εμπειρίκος
Υψικάμινος - 1935

Πέμπτη 4 Σεπτεμβρίου 2008

Northtruth



Έχω καταλάβει. σε λίγο θα υπάρχω μόνο εδώ

1.[Rêve – rếsistant]
Φυσάει πάλι και κάπου χάνεται ένα δάσος- εδώ. Είμαστε κουτοί κι επικίνδυνοι απάνθρωποι. Η απληστία και η ματαιοδοξία μας σακατεύουν. Προσπαθώ να πάψω να ταϊζω τις εμμονές μου και τα πάθη μου. Το χέρι που μου χαρίζεται βγαίνει από σώμα επουράνιο. Είναι παράξενο όμως πόσα πολλά αόρατα χέρια πόσα στόματα κ μάτια μαζεύονται γύρω μου. Δηλαδή εσύ χτίζεις τα πυργάκια σου στην άμμο κι εγώ στήνω γέφυρες στον αέρα? Τα πρόσωπα και τα γεγονότα είναι φανταστικά και η οποιαδήποτε συνάφεια με την πραγματικότητα μια απλή σύμπτωση. Άλλωστε πώς μπορείς να ξεκάνεις ένα πολεμιστή μόνο και μόνο επειδή του ζητάς να «κολυμπήσει βαθύτατα»?-όχι εγώ. Προτού φιληθούμε όμως να πλύνεις τα δόντια σου γιατί το χνώτο σου μυρίζει και το ξέρεις πώς η ωραία Ελένη ήταν άσχημη ο Πάρης αγάμητος κ εγώ κακός άνθρωπος. Και καμιά φορά με πιέζω να ξεγλιστράω από τις δακρύβρεχτες καταβολές μου αλλά δύσκολα τελικά…Το καλοκαίρι φορτώνεται ανόρεχτο τις αγάπες του στην πλάτη. Παίρνει όσες φέρνει και πίσω του σέρνει κόκκινα ξέπνοα αλμυρά δειλινά Στο δρόμο πετάω ρώγες απ΄το αφάγωτο μαύρο σταφύλι να φάνε ταξιδιάρικα πουλιά κ πλησιάζω το μονοπάτι με τα πυροτεχνήματα…

2.[Rêve- forgotten]
Η αλήθεια μοιάζει μ’ένα σεντόνι τόσο μεγάλο που μόνος σου είναι αδύνατο να το διπλώσεις. Κάθε φορά που πιάνεις τις δυο άκρες η τρίτη και η τέταρτη έχουν κρυφτεί εκτός κι αν μεγαλώσεις αρκετά ή σε βοηθάνε…
Στην πολυθρόνα του κάθεται ένα κέρινο ομοίωμα γιατί έπαψε ν’αλλάζει θέση. Το δωμάτιο δεν είχε ταβάνι και το έσκασε.
Στο κεφάλι του έχει βάλει νερό κ ψάρια και με τα πρώτα κρύα θ’αποσύρει τη θάλασσα και θα φτιάξει βουνά και πεδιάδες μ’εσπεριδοειδή αλλά ακόμα είναι νωρίς. Οι λέξεις έμειναν πίσω και τα λόγια, οι τσέπες του άδειασαν από συνταγές για τους αφελείς. «Μην ενοχλείτε» κρέμεται έξω από την πόρτα κι αυτός λείπει εκτός. Έχει ξαπλώσει δίπλα στο κύμα κ ένα άρωμα γλυκό τον τυλίγει -ν’αποκοιμηθεί- Έχει ξεχαστεί-. Δικαίωμά του να περνάει ευτυχισμένος…

the bond-"cavaleria rusticana"




απλά δεν θα...Πρέπει να πω κάτι? δεν ξέρω τι να πω. Είμαι εδώ και θα είμαι αλλά πάνω στην καρδιά μου έχει απλωθεί ένα στρώμα πίσσα. Είναι σκληρή η αλήθεια και μικροί οι άνθρωποι- κ εγώ τόσο μικρή είμαι. Μπορεί και να μοιάζαμε σα δυο σταγόνες νερό πού ξέρεις? Και ίσως γι'αυτό να μην αντέχονται όσα είδα. Αν απλώσεις το χέρι θα το αγγίξεις το δικό μου που κρέμεται τώρα στο πλευρό του χωρίς παρηγοριά...Όμως μην ξεχνάς είναι κοντά η Καινούργια Ζωή

Πέμπτη 28 Αυγούστου 2008

lignes






Έχω ένα χάρτη κουρελιασμένο και την αλήθεια να κουλουριάζεται μέσα μου. Οι γραμμές που αφήνουν τα πόδια του γλάρου στην άμμο είναι για μένα- για να φύγω και να ξεφύγω απ’το δρόμο. Βλέπω τα άσπρα δόντια του φόβου αλλά δε φοβάμαι -ακόμα κρατώ το χέρι που μου χαρίζεται. Έχω βουλώσει τις τρύπες στην καρδιά μου με βότσαλα διαφανή- είναι καλύτερα έτσι, να μπαίνει το φως. Τα μικρά κοχύλια τα κρατάω κολλημένα στο δέρμα για παρέα. Μια στάση ακόμα, είπα, στο μπλε και στο πράσινο, να βουτήξω στην αόρατη μπογιά και να πάθω ανοσία στα σκοτάδα. Εκεί στην απόκρημνη ράχη που σκαρφαλώνω τόσο καιρό, μια ανηφόρα κακοτράχαλη σχεδόν ερημική, φτάνουν στ΄αυτιά μου του κόσμου τα χάχανα κ από ψηλά καίει του ήλιου η χαρά όχι η δική μου γιατί ο γιαλός μου έγινε γυάλινος και καθόλου νερό δεν έχει και πάνω μου καθρεφτίζεται τώρα ένας χειμώνας που έρχεται σα γκρίζο σκοτεινό πουλί κ με κάνει να τρέμω- Μια στάση ακόμα σε παρακαλώ-

Σάββατο 16 Αυγούστου 2008

το φεγγαράκι κ η ευχή



Είναι όμορφο όταν ακούς ξανά φωνές στο ακουστικό που από καιρό έχεις χάσει μέσα από τα τρελλά ρολόγια της μέρας. Ο ουρανός απόψε δεν είναι πολύ σκοτεινός κ όλα τ'αστέρια λίγα, μακρινά. Μόνο το φεγγάρι είναι πολύ κοντά. Θυμήθηκα το κομμάτι του πρωινού μου μέσα από ένα κύμα ευδαιμονίας ίσως και κυνισμού (http://dsidiropoulos.blogspot.com/2007/11/blog-post_16.html) η Μαργαρίτα, η Μαργαρώ... Λίγο πριν, η θάλασσα μυρίζει σα λίμνη από τη ζέστη κ εκείνο φτιάχνει το δρόμο του στο νερό χαμογελώντας για να δελεάζει. Να πας όλο πιο μέσα, όλο πιο βαθιά, όλο πιο κοντά στην καρδιά. Στο φωτεινό σεργιάνι, 4, 5, 8..15 σκαλοπάτια. Δύο χαζεύουν αποσβολωμένοι από έρωτα- αγαλματάκια ακούνητα, αμίλητα, αγέλαστα, μέρα ή νύχτα; Δύο κρύβονται ασυναίσθητα πίσω από λόγια ανούσια πίσω απ' τις κόκκινες καύτρες του τσιγάρου τους. Δυο κάθιδροι προσπαθούν απεγνωσμένα να ξεκολλήσουν το στέισον βάγκον απτην άμμο. Κ εγώ νομίζω πώς δεν κολυμπάω μονάχα μεγαλώνω κ άλλο καθώς αυτό που αντικρύζω σκίζει στα δυο τη λογική, σκίζει τη μοναξιά μου. Συνεχίζεται η ζωή κ εδώ κ πέρα από εδώ...

Παρασκευή 15 Αυγούστου 2008

15Αύγουστος


Τώρα που λείπεις νιώθω πως έγινε αόρατος ο ένας κρίκος απτους τρεις που μας κρατούσε. Στον ίδιο χώρο και οι τρεις φτιάχναμε το ηλεκτρομαγνητικό πεδίο ενός αιώνα. Δε σου’ λεγα τιποτα, την αλήθεια, τα τελευταία χρόνια. Πώς θα μπορούσα άλλωστε να σε βασανίσω; Τρεις γενιές και πώς κατάντησε την πρώτη η τελευταία. Κατεβάζω στον Άδη την ψυχή και το σώμα. Πώς θα τα πάω στον Ουρανό; Κι όσα σ’αυτήν εδώ την εποχή κερδήθηκαν έχουνε άραγε την ίδια αξία μ εκείνα που απ’την πρώτη με σένα είχαν κερδηθεί; Θα γιόρταζες σα σήμερα –πάλι μισά θα στα λεγα όλα. Τώρα που με κοιτάς από ψηλά νιώθω πως δε με θέλεις άλλο να με βλέπεις, γι αυτό δε μ επισκέφτεσαι. Εκείνη όταν με κοιτά θα ναι με λύπηση ή με θυμό- έχει σκεπάσει μ’αυτά την αγάπη και συνέχεια προσπαθώ να την τραβήξω από κάτω λες κ είναι κάποιο μισοφόρι που μόνο κατά τύχη μπορεί κάτω από τη φούστα να ξεπροβάλει…Συγχώρεσε με γιαγιά

Δευτέρα 11 Αυγούστου 2008

starjet



Σχεδόν κρεμάστηκα από εκείνο το μπαλκόνι προκειμένου να φτάσω ένα αεροπλάνο απ’όσα πετούσαν κάθε τέταρτο χαμηλά πάνω απτα κεφάλια μας, προκειμένου να με πάει πέρα από τη θάλασσα. Κάθε τέταρτο μία άφιξη, ν’ακολουθεί μια αναχώρηση- μόλις σβήσει η φωτεινή επιγραφή μπορείτε να λύσετε τη ζώνη.... Κ ύστερα πάλι είναι που πρέπει να ξεχάσεις το ταξίδι στ'άστρα μήπως μπορέσεις και ξυπνήσεις νωρίς. Σα σαύρα πληγωμένη στην κοιλιά σέρνομαι ανάσκελα στο κρεβάτι, στρίβω στο πλάι κ σηκώνομαι στο χιλιοστό που ξεκολλάει η πλάτη από το στρώμα κινδυνεύοντας ν’αδειάσω στο πάτωμα. Κάποτε πρέπει να μάθω το πολύ πρωί να συμβιβάζομαι με μια ελάχιστη ενεργειακή κατανάλωση σαν οικολογικός λαμπτήρας. Το βράδυ κρεμάστηκα σα λαμπιόνι από ένα μπαλκόνι με θέα στη θάλασσα που από πάνω του διαρκώς πετούσαν αεροπλάνα αποδημητικά...

Έχω μια τρύπα μέσα μου. Το αίμα ακολουθεί τον πιο σύντομο δρόμο όταν το διατάζω. Έχω μία τρύπα στην πλάτη κ από εκεί στραγγίζει όλο, συχνά το παρακολουθώ ν’ αναβλύζει και να χάνεται. Όπου κ αν ακουμπήσω αφήνω το λεκέ μου. Έχω περπατήσει αδειάζοντας το αίμα μου σε μια σιωπηλή ακτή με μέλη μουδιασμένα, ερήμην χρόνου, φτιάχνοντας σχέδια. Η αρχή ξοδεύτηκε και η μέση μοιάζει με μια άλλη αρχή. Καμιά φορά ψαχουλεύω με το χέρι μου μέχρι να βρω αυτήν την τρύπα πασχίζοντας να δω μήπως μέσα της φύτρωσε κάτι που θα κάνει το αίμα μου να πάψει...

Λιωμένος στο κάθισμα οχτώ και μισή λίγο πριν βραδιάσει τον πιάνω στην κόγχη του ματιού μου σαν ένα σκουπιδάκι που πληγώνει. Ενας άγγελος μικρός που σέρνει το δεξί κουλό του πόδι και τραγουδάει, γελά με τα χέρια του να χειρονομούν ατσούμπαλα σε μια συνομιλία αόρατη. Όλο το βράδυ περνά από το αριστερό πεζοδρόμιο μπροστά μου στο δεξί πεζοδρόμιο κ από το δεξί στο αριστερό χωρίς να κοιτα το φανάρι, λάμποντας κ τραγουδώντας ώσπου στο τέλος γεμίζει κεραυνό και βροχή όλος ο δρόμος κι αυτός με τα ταλαντευόμενα χέρια γίνεται ο αδερφός μου που παλεύει αγόγγυστα με τσακισμένα κατάρτια σε δύσκολο καιρό…

Τετάρτη 6 Αυγούστου 2008

Remembrance

Το βράδυ, αυτή η φέτα πορτοκάλι πάνω απ’τα κεφάλια μας είναι αρκετά μεγάλη για να μου θυμίζει πώς διψάμε και πως στα όνειρά μας παίρνουμε τη μορφή ενός Ίκαρου βλάσφημου κ αλαζονικού που φέρνει σε πέρας την πολυπόθητη του πτήση...
Η συνειδητότητα της ύπαρξης και αυτή της συνύπαρξης άλλοτε οδηγεί σε μονοπάτια κατάφωτα και άλλοτε στο φόβο. Φοβόμαστε τόσο που την ώρα που κοιταζόμαστε στα μάτια και κοιτιόμαστε στον καθρέφτη αγωνιούμε να αποσπάσουμε τη διαφορετικότητά μας πιο πολύ από την αγάπη απ’το ίδιο το είδωλό μας...

Υπάρχουν τόσα πολλά άλυτα, Κύριε βοήθα. Ακόμα αναζητώ τη λύση ή τη λήθη στη θάλασσα-
Στη διαδρομή για την πηγή αναγνωρίζεις αυτούς που σε τριγυρίζουν και βρίσκεις ξανά εκείνους που χάθηκαν…
Την Α-Ω ώρα όλοι οι χάρτες της γης ανάβουν στα μάτια σου μπροστά διαδοχικά, σε μία προβολή ο ένας πίσω από τον άλλο, με όλες τις στεριές κ τα δάση τα νερά, τη θάλασσα – κ αυτοί οι χάρτες δε χωράνε σε κανένα δωμάτιο - η γεωγραφία είναι το αδύνατό μου. Κάποιοι που τώρα σε γυροφέρνουν θα είναι προβολές άλλης διάστασης και όσοι χάθηκαν θα βρίσκονται εκεί.
Θα δεις τη νύχτα απ’το πιο ψηλό σημείο μιας πόλης άγνωστης που ξεδιπλώνει με φώτα τα πανύψηλα οικοδομήματά της. Προτού μαντέψεις τ’όνομά της ο σκοτεινός ουρανός θα γεμίσει με τα άστρα που κάποτε ισορροπούσαν μακριά σου, τώρα να περνάνε μπροστά σου στριφογυρίζοντας σαν σφαίρες από νούμερο ζογκλέρ.
Τότε θα καταλάβεις πώς με κανένα τρόπο και ποτέ δε θα μπορέσεις να γυρίσεις. Γιατί θα είσαι το κέντρο μιας περιστρεφόμενης δίνης τόπου και χρόνου, στο κέντρο μιας σφαίρας με κυλιόμενους μεσημβρινούς κι ενώ καθόσουν σ’ένα τραπέζι και πατούσες στα μάρμαρα τώρα πατάς πάνω στο χορτάρι που φυτρώνει κάτω από τα πόδια σου μέχρι το σύνορο της καταπράσινης πεδιάδας μ’ εκείνα τα κόκκινα χώματα ίσως κάποιας αποξηραμένης λίμνης. Το χώμα κάπου θα σκάει εδώ και θα ξεμυτίζουν όμορφα σπίτια με βαμμένους τοίχους που κανένα δε θα ναι το δικό σου κ όμως όλα κάτι θα σου θυμίζουν.
Η κολλητή σου φίλη θα σε πάρει μαζί της με το μηχανάκι εσένα και άλλες φίλες σου. Μην το ρωτάς δεν μπορείς να σηκώσεις στην πλάτη σου τόσο κόσμο πια.
Όμως σε κάθε στάση καθεμιά τους θα ξεχνιέται σε τόπο που καμιά τους πρωτύτερα δε γνώρισε αλλά η δύναμη της επιθυμίας θα ξεπερνά εκείνη της λογικής κ θα επιβεβαιώνει την κρίση - έπειτα πρέπει κ εσύ να φροντίσεις να μη χαθείς.
Θα δεις το μεγαλείο του κόσμου που δόθηκε στους ανθρώπους…

Δευτέρα 4 Αυγούστου 2008

καλοκαίρια..



Δε σημαίνει πώς όταν επιστρέφεις μπορείς να συγκεντρωθείς το υπόλοιπο καλοκαίρι ή να κοιμάσαι τα βράδια. Είναι καλό για μένα κ κακό για το αφεντικό. Βάζεις το μυαλό σου σε διακοπές διαρκείας και δε σε νοιάζει αν είσαι νήπιο, μεγάλος ή γονέας και κηδεμόνας, υπάλληλος ή χορευτής, οδηγός φερρυμπόατ ή ζωγράφος, καθαρίστρια ή καφετζής. Τελώνης ή Φαρισαίος…Καλοκαίρι είναι. Έλεος πια. Άνοιξε κανένα παράθυρο
Έξω από το ανοιχτό παράθυρο το βράδυ, ένα χρόνο μετά, τα νήπια γίνονται μεγάλα παιδιά και κρύβονται από τα μάτια των γονιών τους κάτω απτο μπαλκόνι κι οι γονείς αποδεκατίζονται μπροστά στο αδυσώπητο ταλέντο του χρόνου. Η ζωή περνάει απ’έξω με θόρυβο εξάτμισης. Μετά αποδεκατίζονται και τα μεγάλα παιδιά…Ο Λάνσελοτ προδίδει τον Αρθούρο κ η Γκουίνεβιρ γίνεται μοναχή. Το Εξκάλιμπερ επιστρέφει στη νεράιδα της λίμνης…
Τα μαλλιά δεν υποφέρονται ν’ ακουμπάνε στον αυχένα με τη ζέστη κ η σκέψη αργοπορεί ανάμεσα στα δάχτυλα, το μαξιλάρι ζεματάει. Είναι πιο δυνατή η αναπνοή μου από την πνοή του αέρα. Όπου είμαστε ίδιοι βλέπουμε τα πράγματα από άλλη πλευρά.
Μόλις έπεσε ο ήλιος ξεχάστηκα στην ασημένια μισοσκότεινη θάλασσα και αφέθηκα δίχως πρωτοβουλίες μισοπνιγμένος. Ένας ναυαγός που βλέπει την στεριά κοντά του αλλά ηθελημένα δε βιάζεται, που γλίτωσε απ’τα σκυλόψαρα αλλά έγινε τρωτός σε λιλιπούτεια βέλη. Τα όργανα μου απελευθερώθηκαν μέσα στις θήκες τους γεμάτες νερό, τα μέλη μου έγιναν κλωστές που κρέμονται απ’ το σώμα. Δεν υπάρχει άλλος κανείς –εγώ και ο ουρανός εγώ κ ο βυθός- ο ναυαγοσώστης δε δουλεύει μετά τις οχτώ και μισή. Μόνο ένα κοπάδι μουρμούρες που περνάει βιαστικά δίπλα για να μου δείξει πως πρέπει τώρα να ζητήσω τη σιωπή. Έξω στη στεριά κάποιοι σωριάζονται μισολιπόθυμοι απ΄τη ζέστη στις πράσινες καρέκλες κ όταν μπαίνω στο σκηνικό τους από το πουθενά αφήνουν πάνω μου τα 1000 μάτια τους κολλημένα να με βαραίνουν οι ανόητοι….

Παρασκευή 1 Αυγούστου 2008