Πέμπτη 27 Νοεμβρίου 2008

Αδάμ...

Τον κατακλύζει μέσα του ολάκερος ωκεανός
Ανεξερεύνητος...
Το μπλε βαθύ π' αναβλύζει στο πρόσωπο
Με κάθε νέο χάραμα κινάει, βαδίζει πάνω στο νερό, μέρα ολάκερη, χιλιόμετρα μονάχος
Κάποτε φθάνει, πετά ως εκεί που κρύβονται στα δάση άγρια πέταλα, που σαν τον άνεμο τρέχουν αγρίμια, στους ώμους του απόκρημνες γυμνές κορφές που κατεβαίνουνε πουλιά, και κάτω απτο παχύ χορτάρι στα πόδια του ο κόσμος χύνεται πολύβουες σκιές...
Εκείνος γδύνεται τη λύπη, ματώνει τη φθορά, με το σπαθί του τεμαχίζει το φόβο
Ο άντρας με το σφράγισμα απ΄αγιόκλημα στο χέρι
Το κάθε σούρουπο κουρνιάζει ξέπνοος στο κρεβάτι ή σ'αγκαλιά αγαπημένη που δεν ξέρει κ ούτε βλέπει πως σχίζεται η σάρκα στο πλευρό του,
κλαδιά αγιόκλημα π'αναρριχώνται
το μπράτσο του αγκαλιάζουν, την κοιλιά, χαιδεύουν ως το μέτωπό του
κι έπειτα στην καρδιά του βουτάνε βαθιά μέχρι την επομένη...

Τρίτη 25 Νοεμβρίου 2008

Raison d'être...

Πρωτόπλαστο πλάσμα ακόμα, την αγωνία του ανέμου ντύθηκα νωρίς με άγουρα, αδύναμα φτερά. Κι όπως ο άνεμος περιπλανήθηκα- Όμως εις μάτιν.
Δεν έσπειρα τίποτα κ είδα ουδέν. Ενόσω υπάρχω τραγική ειρωνία κ αγκάθι.
Εκείνο που με έλουζες Αγάπη το έκλεψε ο δρόμος. Το σκόρπισα. Εχάθει.
Όσο απόμεινε λειψό απόσταγμα να κολυμπά τυρρανικά στον καυτό λυωμένο μου πυρήνα.
Γύρισα μανδύας θνητός νοτισμένος χίμαιρες και σάρκα πεινασμένη να μ'εμποδίζουν να πετώ, όχι να πετώ, τα υπάρχοντά μου, να μου θυμίζουν διακαώς πόσο μικρός, πόσο αλλότριος ο κόσμος, πόσο καρφώθηκα στο τέλος ακίνητος και το ταξίδι από πάνω μου μετέωρο να σβήνει... Μέχρι εκεί που απωλέσθηκε η ανθρώπινη ελπίδα, την ώρα που βυθίζονταν στα σκοτεινά του υπόγεια ο νους κι έξαφνα φώτα απόκοσμα με ζώσαν και με τραβούν με την ψυχή να φύγω ν'αναζητήσω όσα έχασα...

Κυριακή 16 Νοεμβρίου 2008

του θανάτου

Στο σκοτάδι κανονικά τα μάτια συνηθίζουν κι ύστερα από λίγο διακρίνουν το φως εκτός αν είσαι τυφλός. Τα δικά μου μάτια βλέπουν πιο βαθύ σκοτάδι και ασημένιες αστραπές που χαρακώνουν το ουρανιο στερέωμα
Χαμηλά στην ανατολική γωνία του δωματίου έχει κολλήσει ένα μικρό μαύρο πουλί. Σα να χει σφηνώσει πάνω στον κρύο τοίχο. Τρέμουν τα φτερά του και ζαρώνει. Περίλυπο τρυπά το στήθος του, μετά την κοιλιά του και με το ράμφος του κόβει κομμάτια τα εντόσθιά του. Κι ακόμα ζει που να πάρει... Όπως εμένα που κάθε βράδυ ένας γύπας μου τρώει την καρδιά και κάθε πρωί ασθενική από τη μοίρα που την περιμένει καρδιά ξαναφυτρώνει.
Σήμερα περιμένω στο πρόσωπό μου το Μαύρο Αγγελό μου να διαπραγματευτώ μαζί του αν θέλω να μείνω και γιατί. Μπορεί και να ναι η τυχερή μου μέρα...

Πέμπτη 13 Νοεμβρίου 2008

miss misery loves...

Ζήτησε πανικοβλημένος ένα πανί να καθαρίσει τη στάχτη απ'τα πλήκτρα.
Απεγνωσμένος πιανίστας που απ' τα δάχτυλά του κάρβουνο έγραφε κ δεν το έβλεπε.
Της καρδιάς το κάρβουνο, το δικό του, το αβάσταχτα άγνωστο.
Δική μου φωτιά γερασμένη, δεν το ξέρει;
Καμμένα δάχτυλα, του άφησες το κάρβουνό μου.
Φοβάμαι μην του κάψεις το μυαλό.
Ύστερα έβαλε τις νότες του να έρπονται για να με σφίξει ξανά.
Φερέφωνο εν αγνοία του έγινε της θάλασσας που με φωνάζει...
Η μελωδία κύλησε την αγάπη ποταμό κ όλο το πάτωμα χρυσό ποτάμι.
Δεν υπάρχει το ταβάνι μονάχα ουρανός κι ο δρόμος που οδηγεί στο σταυροδρόμι
Αφήνει πίσω τον ένα απ'τους δυο
Ο μουσικός κ ο χορευτής καθένας μίλησε για της καρδιάς του τον κόσμο
'Εφυγα κ έμεινα με το αίσθημα της μούσας τελευταία φορά
....................................................................................................................................................................

Θα' σουν εσύ λοιπόν... Που τώρα φοράω κόκκινο και πράσινο, λιβάδι ξεχασμένο παπαρούνες. Και στο φτερό πατάω, δεν πατάω πια.
Που μόνο το ζεστό αγκαλιάζω κι εκείνο μου χαιδεύει τα μάγουλα.
Που κλαίω από μέσα μου και στον παραμικρό τον ήχο πάνω πετάγομαι.
Καινούργια μου γαλάζια φλόγα. Βγάζει μικρές φωνές το δέρμα μου.
Τα όργανά μου όλα μακραίνουν, μεταλλάσσονται. Να γίνομαι αυτό που θελεις να αγγίζεις. Μέσα μου εστίες παντού. Θα είσαι εσύ η γαλάζια μου φωτιά...

Τρίτη 11 Νοεμβρίου 2008

Παρακμή

'Ενα χρυσό σχοινί κατεβαίνει μέσα απ΄το γκρίζο γυάλινο ταβάνι
Το δένω στον καρπό μου για να μ'ανεβάζει ψηλά
Σέρνεται πίσω μου φθαρμένο το βελούδινο φουστάνι
Καρδιά που καταδίκασες σε γκιλοτίνα τόσες ψυχές,
καρδιά που αφαίρεσες ζωή
Ξεπούλησα όλα τα υπάρχοντά μου και στο πάτωμα κοιμάμαι,
μαζί με φύλλα φθινοπώρου,
στο άδειο μου μαρμάρινο παλάτι
Μόνο κλαδιά από δέντρα ψηλά περνάνε τα σπασμένα μου παράθυρα,
πουλιά που κρυώνουν
Κ από το πάτωμα τα βράδυα ξεπηδάνε φωτιές
και κυριεύουν το μυαλό μου όλα όσα θανάτωσα
Να καταπίνω πρέπει τη φωνή
Δεν το ξεπλήρωσα το τίμημά μου?
Τι με τραβάς ακόμα τη δόλια κάτω εκεί?

Δευτέρα 10 Νοεμβρίου 2008

Ένα πικρό ουράνιο σώμα έρχεται τα βράδια, μ΄αγκαλιάζει
Ανατριχιάζω και στο θάνατο βουλιάζω..
Φτερούγα άϋλη διπλή περνάει κοντά μου κ κυρτώνουνε οι τοίχοι
Μου ζητά μια χάρη
Ελπίδα που μ'εγκαταλείπεις
Στοργή που μ'επιστρέφεις στη μοναξιά μου..

Τετάρτη 5 Νοεμβρίου 2008

Frozen


Ένα σινιάλο που δεν έρχεται μέσα στη νύχτα
Σου μήνυσαν πως έχεις για καρδιά λευκή οθόνη και ξάφνου όλα πάνω σου μυρίζουν πτωμαϊνη.
Λευκός ο θάνατος. Να σκύβει τον είδα στο νερό και να κοιτάζει.
Τον είδα να χαμογελά σ’εκείνο που του χάριζα, καθρέφτισμά του- Ο νάρκισσος που δίπλα μου φυτρώνει…
Δε βάσταξα να μοιραστώ την τόση ομορφιά του. Πάνω του τύλιξα με βουλιμία, υγρά τα δάχτυλά μου κ εκείνος φώναζε, μου ορκιζόταν πως κρυώνει
Κι όλα τα πέταλά του να πέσουν άψυχα άφησε στην καρδιά μου…