Τον κατακλύζει μέσα του ολάκερος ωκεανόςΑνεξερεύνητος...
Το μπλε βαθύ π' αναβλύζει στο πρόσωπο
Με κάθε νέο χάραμα κινάει, βαδίζει πάνω στο νερό, μέρα ολάκερη, χιλιόμετρα μονάχος
Κάποτε φθάνει, πετά ως εκεί που κρύβονται στα δάση άγρια πέταλα, που σαν τον άνεμο τρέχουν αγρίμια, στους ώμους του απόκρημνες γυμνές κορφές που κατεβαίνουνε πουλιά, και κάτω απτο παχύ χορτάρι στα πόδια του ο κόσμος χύνεται πολύβουες σκιές...
Εκείνος γδύνεται τη λύπη, ματώνει τη φθορά, με το σπαθί του τεμαχίζει το φόβο
Ο άντρας με το σφράγισμα απ΄αγιόκλημα στο χέρι
Το κάθε σούρουπο κουρνιάζει ξέπνοος στο κρεβάτι ή σ'αγκαλιά αγαπημένη που δεν ξέρει κ ούτε βλέπει πως σχίζεται η σάρκα στο πλευρό του,
κλαδιά αγιόκλημα π'αναρριχώνται
το μπράτσο του αγκαλιάζουν, την κοιλιά, χαιδεύουν ως το μέτωπό του
κι έπειτα στην καρδιά του βουτάνε βαθιά μέχρι την επομένη...





