Απεγνωσμένος πιανίστας που απ' τα δάχτυλά του κάρβουνο έγραφε κ δεν το έβλεπε.
Της καρδιάς το κάρβουνο, το δικό του, το αβάσταχτα άγνωστο.
Δική μου φωτιά γερασμένη, δεν το ξέρει;
Καμμένα δάχτυλα, του άφησες το κάρβουνό μου.
Φοβάμαι μην του κάψεις το μυαλό.
Ύστερα έβαλε τις νότες του να έρπονται για να με σφίξει ξανά.
Φερέφωνο εν αγνοία του έγινε της θάλασσας που με φωνάζει...
Η μελωδία κύλησε την αγάπη ποταμό κ όλο το πάτωμα χρυσό ποτάμι.
Δεν υπάρχει το ταβάνι μονάχα ουρανός κι ο δρόμος που οδηγεί στο σταυροδρόμι
Αφήνει πίσω τον ένα απ'τους δυο
Ο μουσικός κ ο χορευτής καθένας μίλησε για της καρδιάς του τον κόσμο
'Εφυγα κ έμεινα με το αίσθημα της μούσας τελευταία φορά
....................................................................................................................................................................
Που μόνο το ζεστό αγκαλιάζω κι εκείνο μου χαιδεύει τα μάγουλα.
Που κλαίω από μέσα μου και στον παραμικρό τον ήχο πάνω πετάγομαι.
Καινούργια μου γαλάζια φλόγα. Βγάζει μικρές φωνές το δέρμα μου.
Τα όργανά μου όλα μακραίνουν, μεταλλάσσονται. Να γίνομαι αυτό που θελεις να αγγίζεις. Μέσα μου εστίες παντού. Θα είσαι εσύ η γαλάζια μου φωτιά...

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου