Τρίτη 2 Ιουνίου 2009

ορεινό

Ρώτησα το σκουλήκι μου τι τρώγει κι εκείνο είπε πώς με χόρτασε και φτάνει- ψάχνει για νέα θύματα..-Ποιό απ΄τα δύο προτιμάς: Άνθρωπος φυσιολογικός ή να κραδαίνεις διαρκώς ένα έργο αφύσικο?
Μα του ελάτου έζεχνε η μυρωδιά, της ρίγανης το χνώτο, το κόκκινο του χαμοκέρασου τα μάτια σου τρυπούσε, δόρυ μου λυγερό, δόρυ μου αήττητο.
Το καλοκαίρι με κυκλωτικές ανάσες από φύλλα ξεδιπλώνεται και σε τρυγάει, ζεστός παλμός χυμάει απ' τους κορμούς σαν ακουμπάς κι όταν ανάντι γδύνεσαι και μες στο κρύσταλλο του ποταμού βουτάς, εκεί κυλάει ανατριχίλα.
Στα πόδια του άγριου βουνού, από τον κόσμο μακριά του ξεπεσμού, μέσα στο δάσος είδα, και πισωγύρισα το λύκο απ' το καρτέρι. Γιατί όταν άνοιξες την πόρτα μια στιγμή, μία στιγμή ήταν αρκετή να ξεπεράσω εμένα ολάκερη...