Ταξίδι...
Παραπατούσα σα βελόνα πάνω σε δίσκο γρατζουνισμένο. Αυλάκια της αβύσσου. Ώσπου συνάντησα μια μπουκαμβίλια. Στο πρόσωπό μου τίναξε όλα της τα λουλούδια και το σκοτάδι σπάραξε στο φως. Όλο το φούξια χύθηκε ζεστό ποτάμι μέχρι την καρδιά μου...
Τετάρτη 22 Οκτωβρίου 2008
Πέμπτη 16 Οκτωβρίου 2008
ENCARDIA
Η στροφή αντί να σε κρατήσει μέσα της κάποτε σε πετάει στο αντίθετο ρεύμα όπου συντρίβεσαι - μόνος σου παρ’ελπίδα. Η ελπίδα πεθαίνει πάντα τελευταία αφότου έχεις πεθάνει εσύ… Πεθαίνει μαζί με την ΕΦΤΙΧΙΑ που δίχως υ ίσως και ν’αποκτά ένα βαθύτερο νόημα για το άθλιο χοντροκέφαλό σου «κ οι παλιές μου θεωρίες δε μου φτάνουν να σ’ αγγίξω όταν κλαις…» Γιατί, την έχασα προτού την αποκτήσω πρώτα. --Με πόσες λέξεις να της εξηγήσω τι είμαι, τι σόι πράμα είμαι; -Είσαι μια μεγάλη κόκκινη παγωμένη μπάλα. Μου παγώνεις τα χέρια και όλο μου γλιστράς
Σε 2 ξένα ζευγάρια παιδικά μάτια είδα μια πρόωρη του ήλιου δύση κ ύστερα φοβήθηκα να κοιτάξω τα 4 δικά μου. Η καμπούρα μου μοιάζει μεγαλύτερη κ απ του καραγκιόζη κι οι σκύλοι περιμένουν να με δουν, να πέφτω. Θέλω να χωθώ σε μια από τις αγαπημένες μου παλιές σχισμές και να μη βγω έξω ποτέ. Τότε γαντζωμένη πάνω σ’ ένα χοντρό δερμάτινο μπουφάν με μάτια μαλακά ανακάθιζα χασκογελώντας πάνω στη μηχανή -διαδρομή του αγνώστου στα βουνά και στη θάλασσα. Ποιος με λήστεψε και ποιος ακόμα με ληστεύει;
Σε 2 ξένα ζευγάρια παιδικά μάτια είδα μια πρόωρη του ήλιου δύση κ ύστερα φοβήθηκα να κοιτάξω τα 4 δικά μου. Η καμπούρα μου μοιάζει μεγαλύτερη κ απ του καραγκιόζη κι οι σκύλοι περιμένουν να με δουν, να πέφτω. Θέλω να χωθώ σε μια από τις αγαπημένες μου παλιές σχισμές και να μη βγω έξω ποτέ. Τότε γαντζωμένη πάνω σ’ ένα χοντρό δερμάτινο μπουφάν με μάτια μαλακά ανακάθιζα χασκογελώντας πάνω στη μηχανή -διαδρομή του αγνώστου στα βουνά και στη θάλασσα. Ποιος με λήστεψε και ποιος ακόμα με ληστεύει;
Τρίτη 14 Οκτωβρίου 2008
Δευτέρα 13 Οκτωβρίου 2008
πάνω στη στροφή...
Οφθαλμαπάτη. Ο δρόμος χάνεται κ όλος ο κόσμος γίνεται μεμιάς δικός σου σε πτώση ελεύθερη στην απέραντη θάλασσα- αυτοί οι δρόμοι που ποτέ δεν άλλαξα -οι δρόμοι του νερού...
Εύχεσαι τότε κ είναι δύο όλα κ όλα τα κλάσματα που το αίμα σου τρέχει σαν σε τρελλό πανικό, δηλητήριο αφιόνι, αναστατώνοντας τις φλέβες, σου μουδιάζει τα μηνίγγια.
Εύχεσαι να γίνεται την ώρα που πίσω από το παραβάν τους σε ξεγελούν τα μάτια και το στόμα στεγνώνει
Υστερα, μέσα σε χρόνο και σε κόσμο ανύποπτο, αυτό το παιχνίδι μπροστά σου ξεπροβάλλει και πάλι για να σε παιδεύει όπως κάτι ανεκπλήρωτο
Μοιάζει έτσι κ απόμεινε μια εικόνα κομμένη απότομα, μια σκέψη που εμπόδισαν, για πάντα μετέωρη. Σαν τη ζωή. Ένα βήμα πελαργού και μια λέξη
Σάββατο 11 Οκτωβρίου 2008
Στο φως, αφάνισε...
Τα βράδια λειτουργώ με λυχνία. Το καλώδιο της γεννήτριας το έχει ροκανίσει ο ποντικός. Το δίκτυο έγινε σαύρα και έρπεται στο πάτωμα ναρκωμένο κυλώντας μαζί του, απ’την ουρά του, όσα περιμένουν στην άκρη της γλώσσας. Στο τέλος χωνεύονται μέσα μου όλα ξανά σαν πυρομάχι. Τα τηλέφωνα με παλαμάκια τα διατάζω στο αθόρυβο- συγχώρεσέ μου τα αναπάντητα- Ταξινομείται το χθες σε συρτάρια, την ώρα που το τώρα πορεύεται ασήμαντο με μηδενική ταχύτητα ώσπου στο τέλος κι αυτό εξοστρακίζεται πάνω στους δείκτες ενός ρολογιού που δεν κοιτώ ποτέ κ από εκεί μέσα στο τσεπάκι κάποιου Μορφέα για να γίνει χθες. Σήμερα δε νυστάζω.-Και στο αύριο βάζω να σαρώνει όλα τα βραβεία. Όσες εικόνες περνούν στα αζήτητα την ώρα της μέρας πού’χες γίνει ένα καλοκουρδισμένο μηχανάκι τώρα διαχέονται μέσα σου ευλαβικά κ εκτοπίζεται η πόλη. Τα σύννεφα ασπρίζουν ακόμα στο φως του φεγγαριού. Το ρόδι κόκκινο διάφανο σου βάφει το στόμα σαρώνοντας τις προηγούμενες απόπειρες γεύσης. Τα χέρια σου παίρνουν το χρώμα του φλοιού. Το ξίφος σου γυαλίζει στις άκρες των δαχτύλων. Ότι έχω μέχρι τώρα φυλάξει καλά για φθινόπωρο δεν είναι τα κίτρινα σκουριασμένα φύλλα τα πεσμένα στο δρόμο. Είναι η πράσινη τρικυμισμένη θάλασσα όταν ο γιαλός αναπνέει την ταραχή. Είναι ο άνεμος που περνά από τα πεισματικά σφραγισμένα ανοίγματα για να τον ακούς κι εκείνα τα πουλιά που μετεωρίζονται κατάντη στο λευκό ουρανό αντίστροφα στο χρόνο πτήσης. Ο μούστος ο βαθύς μαβής που προϊδεάζει του κρασιού τη ζάλη, το μωβ απ΄τα λουλούδια στα χέρια σου που μύριζαν. Είναι που άργησα και τώρα έχω κολλήσει το μούτρο στο γυαλί- γράψε γυαλί παντός είδους- «αυξάνεται κ πληθύνεται του ανθρώπου η συμμορία…» και με τη μουσική δυνατά συνοδεία στο λαβύρινθο αποφασίζω να περπατώ με σιγουριά... Εκεί στο νότο…
Τρίτη 7 Οκτωβρίου 2008
3 νύχτες και 1 μέρα
Μετράω τη νύχτα με τα ονόματά της. Εκείνα που ανασύρουν τις αναλαμπές μιας μέρας. Πόσα ονόματα μες στη στιγμή εσύ αλλάζεις; Αδιάκοπα δουλεύουν τα μολύβια, τα πινέλα όσο αναπνέω...Άθελά μου κι όμως αυτοβούλως... Μια στραβή πινελιά που κάποτε ζωγραφίζω κ από τότε καμιά δεν μπορώ να πάρω πίσω. Δε βάζει μόνο ο χρόνος τις γραμμές στο καμβά. Σκάει μύτη το τέρας μου εδώ- Γεια να σε δω. Και τα μαύρα κάποτε σκεπάζουν το μπλε και βαραίνουν της ψυχής το περίγραμμα, τα σκοτάδια που συρρικνώνουν τις φωτεινές μέρες πάνω από τη θάλασσα. Η σκιά του θανάτου, η σκιά της αγάπης που σκεπάζουν βαριά όσους άφησαν πίσω...Ο ένας μετά τον άλλο η αλυσίδα τους ξεκληρίζεται. Πλησιάζουν τη δικιά μου...
Παρασκευή 3 Οκτωβρίου 2008
.......
"Τα μάτια αν κλείσω βρίσκομαι σ' ένα μεγάλον ίσκιο, το χρώμα της αυγής το αισθάνομαι στα δάχτυλά σου. Ξέχασε το ψέμα που σε βοήθησε να ζήσεις, γύμνωσε τα πόδια σου, γύμνωσε τα μάτια σου, μας μένουν λίγα πράγματα όταν γυμνωθούμε, αλλά τα βλέπουμε στο τέλος πιστά. Τα μάτια αν κλείσω βρίσκομαι πάντα σ' ένα μονοπάτι, τ' αυλάκια χαλασμένα δεξιά κι αριστερά, στην άκρη, το σπίτι με γυαλιά που το χτυπάει ο ήλιος, άδειο. Σκέφτηκα τα δάχτυλά σου να χτυπούν τα τζάμια, σκέφτηκα την καρδιά σου να χτυπά πίσω απ' τα τζάμια και πόσο λίγα πράγματα χωρίζουν έναν άνθρωπο, που δεν τα ξεπερνά. Δεν ξέρεις τίποτα γιατί κοίταξες τον ήλιο. Το αίμα σου στάλαξε στα μαύρα φύλλα της δάφνης, τ' αηδόνι, περασμένες νύχτες, μάρμαρα στο φεγγάρι, και στο ποτάμι το 'συρα κι έβαψε το ποτάμι. Συλλογίζομαι, όταν συλλογίζομαι, συλλογίζομαι τις φλέβες μου και το μυστήριο των χεριών σου που οδηγούν, κατεβαίνοντας προσεχτικά σκαλοπάτι το σκαλοπάτι. Τα μάτια αν κλείσω βρίσκομαι σ' έναν μεγάλο κήπο." ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ
Πέμπτη 2 Οκτωβρίου 2008
bad_dream
έστειλα όλα μου τα δάκρυα στον ουρανό κ αυτά ανδρώθηκαν σε σύννεφα και πάνω μου κύλησαν ξανά.είδα σε όνειρο πως είναι κίβδηλος ο ήλιος μου, το φως του κίβδηλο.-
