Τρίτη 30 Δεκεμβρίου 2008

Φιλί κάτω από σπάνια πεύκη...

Παράξενη αίσθηση....Καταχνιά ν' αντέχεις. Στο φως γεννάω ακόμα φαίνεται φύκια από σκοτάδια- Ξεβράζονται για να πεθάνουν μια για πάντα.
Γιατί πρέπει άραγε ο νους να κάνει διανομή μπροστά στο εξάτμισμα του απελθόντος χρόνου, αγκάλιασμα στα μύχια της ενοχής, μέσα από πέρασμα στενό κ απόκοσμο, στην παρακμή, στο βράδιασμα του πόνου;
Βγάλε τα μωβ μολύβια σου λοιπόν και τράβηξε μου μια γραμμή, μία πριν απτον τάφο μου, να διανύσω θάνατο από του κεφαλιού την κορυφή ως τ'ακροδάχτυλα και να νικήσω
Βγάλε τα κόκκινα. Δεξιά είχα αγκάθια, αγκάθια αριστερά, να μου φωτίζεις τις πληγές και να γελώ. Το αίμα μου κυλάει ζωντανό και σου χαρίζω όσα με χάραξες, οι φλέβες ζούνε εις αεί απέθαντες των μαχαιριών
Βγάλε τα μπλε. Έφυγα με τη θάλασσα, θα γίνω μύθος των μοναχικών περιπλανώμενων ελπίδων και όνειρο που κόλλλησε με το δικό του, κολλάω μ εκείνον
Ντύσε με φόρεμα λευκό, τις επωμίδες ξήλωσα, μονάχα το σπαθί κρατώ ζωσμένο γιατί ο τιποτένιος πέφτει ένδοξος και στην επέλαση του τελευταίου κλάσματος γίνεται ήρωας, μα ο επιζήσας φοράει γυαλισμένη τη λεπίδα...

Σπείρα γλυκιά, γλυκιά μου στροφορμή, φιλί μακραίωνο έρχεται κ εσύ γυρνάς με μέγιστη ταχύτητα, αγώνα που κινάς...
Γυρνώ γύρω απ'αυτό που έκαμνα εαυτό, γύρω από αυτό που ζει στα χέρια μου κ εντός μου
Γιατί μπροστά απτο χρόνο που κυλά θα δω το νέο άνθρωπο...
Θα δω φιλί κατω από σπάνια πεύκη και ζωοφόρο φτάνει το ένα σε διπλό

Ευοίωνος Κόσμος Πρόσω Ολοταχώς

Δευτέρα 22 Δεκεμβρίου 2008

xmas_Eve

Ο άνεμος κατεβάζει το αλάτι της θάλασσας σε στροβίλους την ώρα που περνάς πλάι της μέσα στη βουή του δρόμου. Λίγα δευτερόλεπτα μια στήλη άλατος έμεινε αιωρούμενη από σένα, λίγο μετά την ώρα που χυνόταν πάνω σου. Νιφάδα βιολετί μια φορά ξανά για πού το’βαλες? Ύστερα η βροχή σε μανιασμένα κύματα ριπές να σε χτυπά, χειμώνας και κρατά μαστίγια. Τι άλλο να ευχόσουν; Μήπως δεν είδες και στον αέρα τη θάλασσα; Μέσα στο δρόμο τυλιγμένη στην ομίχλη σου, να βαδίζεις κόντρα στο ρεύμα, μα για πού το’βαλες; Καθιερώθηκε από τα τελευταία σου Χριστούγεννα, να σβήνω πάντα όλα τα φώτα. Όλα τελευταία είναι. Τα μάτια θα κολλήσω για ώρες στα μπλε του δέντρου φώτα με τις πολλές δυνατότητες άναψε-σβήσε μέχρι το ξημέρωμα και την πρώτη μέρα αγκαλιά μου θα σβήνει ο χρόνος. Πώς να μάθω να ζω με μένα που όλο το ίδιο κάθε χρόνο πεθαίνω και γεννώμαι;

Κυριακή 21 Δεκεμβρίου 2008

Τρίτη 16 Δεκεμβρίου 2008

Άκου και πες μου...


Ο δάσκαλός μου θα θυμώνει κάθε φορά που μέσα μου πειραματίζεται η ευγιά με λύπη όταν η πρώτη αφήνεται στη δεύτερη να την πλακώνει σε κρεβάτι που δεν τις χωρά... ας είναι...

Μα ας είναι ετούτο. Το χρωστώ στο φίλο μου που τό'σκασε πριν μήνες και πίστεψα στα δέντρα που τα καταπίνει ομίχλη παχιά κ ως το πρωί δε μένουν μήτε ίχνη απτις ρίζες τους, στα διψασμένα φύλλα που δε μοιάζουνε ποτέ βρεγμένα ακόμα κ αν αδειάζει απάνω τους ο ουρανός ολάκερος, στον κύκλο το δικό μου δίχως τέλος, ο Οδυσσέας αιωνόβιος μα η Ιθάκη πουθενά.
Ανάβει το φωτάκι φάντασμα στο πάτωμα κ όλα τ'αστέρια στο ταβάνι ζούνε σε φως υπεριώδες αφού δε βγάζει η νύχτα απόψε τα δικά της στο σεριάνι.
Οι μέρες μου κι οι νύχτες μου σε ρήξη που ποτέ δεν έπαψαν. Βουλιάζει κάθε ερχόμενη αυγή στην άμμο κ αυτή κινούμενη να μας ρουφά μέσα της άπληστα, από τα πόδια μέχρι τα μαλλιά, μέχρι θανάτου. Βάτοι καιόμενοι του αδυνάτου...
Ήρθε ξανά να παίξει το ύπουλο της το παιχνίδι ανυπαρξία αδυσώπητη, βαριά, λες και το ακροφύσιο της ζωής στην άβυσσο κατακρημνίστηκε, πλέκοντας το θανατηφόρο του εγκώμιο.... Ένα σκοτάδι κ ένα φως δικό μας, η ομορφιά που έσβηνε στη δύση, η αφροσύνη π΄ανατέλλει κάθε χαραυγή κ ύστερα όλο αυτό ανάποδα να δείχνει μια τσουλήθρα που οδηγεί στον όλεθρο..
Σ'αυτή την σφαίρα της φωτιάς που έχω τυλιχτεί μοιάζει φτωχή η ειλικρίνειά μου και του κόσμου, αδύναμη η αλήθεια εμπρός μου κ η ελπίδα να φυλάγεται ζεστή από χέρια και πόδια κομμένα. Τα ξέρω, τα θέλω, όλα τα θέλω, τα μάταια ξέρω, τα μάταια....
Στην άκρη στάθηκα που έγλειφε το κύμα, πετούσα πέτρες με τις ώρες δίχως σκέψεις, πέτρες που βούλιαζαν , κύκλοι που έσβηναν πάνω στη διάφανη επιδερμίδα.
Ζούμε για τις αναλαμπές μας, ζούμε με αναλαμπές μα για κάποιο λόγο αυτός ο κύκλος δεν πεθαίνει ποτέ...

Δευτέρα 8 Δεκεμβρίου 2008

Σφράγισμα

Σιωπή του τάφου- θάνατος. Τρόμαξες τι; Να αγαπάς; Εγώ που υπέπεσα σα λύκος πεινασμένος στο λογισμό σου, λύκος έγινα... Καταραμένη έκπτωτη που τρώει τις καρδιές ανθρώπων. Το δέρμα μου έσχισα, κι είσαι παντού από κάτω εκεί κ πάντοτε θα είσαι. Έβγαλα τρίχες πέσαν τα φτερά και τρέχω πίσω στη σπηλιά μου. Να κρύψω την ασχήμια μου που ντύθηκα, να κρύψω τη ντροπή, τη ματωμένη μου καρδιά να γλείψω. Δε θα μιλήσω. Ποτέ ξανά. Καλύτερα βλαμμένη και μουγγή. Τα μεγαλεία πέρασαν, η ομορφιά περνά όταν την ομορφιά από μέσα σου απολύεις, όταν κανείς δεν στη γυρεύει πια...

Τρίτη 2 Δεκεμβρίου 2008

το φιλί της ζωής



Έρχεται με τα κύματα, τις παλίρροιες… Η αγάπη
Δίχως να μιλά. Δεν ειδοποιεί. Την ξεβράζει στην ακτή η θάλασσα. Την έκλεψε απ’αλλού. Την έφερε σαν ένα παιδί με σχισμένα ρούχα χλωμό και μπλάβο, λιπόθυμο σχεδόν από τα νερά. Να το σκεπάσεις γρήγορα να μην πεθάνει ξανά γιατί ήρθε για σένα κ αν ποτέ δεν ξανάρθει? -Δεν έχω τίποτα να το σκεπάσω. -Πώς να του τρίψω τα χέρια με τα παγωμένα χέρια μου? -Πώς να τ’αγκαλιάσω? -Να προσευχηθώ ναι να προσευχηθώ…