Τρίτη 30 Σεπτεμβρίου 2008

-- column vertebral



Ένα ρολόϊ μικρό να χτυπά στο αίμα σα μια υποψία επερχόμενης ηδονής. Πώς να μη ριγείς όταν σε αγγίζουν με τα μωβ τους δάχτυλα? Έχω υπάρξει χρόνους εδώ μέσα ορφανό παιδί δίχως καρδιά. Αν δεν είχαμε τους μυς και τα νεύρα θα μπορούσαμε να βάζουμε κ να βγάζουμε το κεφάλι μας κατά βούληση επειδικτικά σαν ακέφαλοι καβαλάρηδες. Ένα νεύρο που επιμένει να χτυπά πάνω στο δεξί μήλο μοιάζει με άλογο μικρό που καλπάζει γύρω απτο φράχτη- είναι δυο δάχτυλα νευρικά που θέλουν να τρυπήσουν το πρόσωπο, να το αφυπνίσουν. -Πρέπει να δουλέψω, πρέπει να δουλέψω. Να συγκεντρωθώ…-
Το κεφάλι καθίζει εφαρμόζοντας τέλεια πάνω στις υποδοχές του άτλαντα. Μ’ένα νεύμα αλλόκοτο εκτελεί παλινδρομική κίνηση δίχως να το στρέφεις δεξιά ή αριστερά πάνω ή κάτω. Σα μια βαρκούλα που λικνίζεται στη θάλασσα κι ο άξονάς μας να φτάνει κοντά μέχρι το καρύδι. Ποιά τελειότητα μπορεί να εξηγήσει η αθάνατη ανθρώπινη επιστήμη ή το μοριακό μας μυαλό?
Με δυσκολία κρατήθηκαν στη ράχη του βουνού ένα ή δύο- Έτσι το θέλω. Να ελπίζω πως κάπου εκεί κοντά θα τα βρω. Ποια άνοιξη θά’ρθει αφού δε θα τα βλέπω στο καταχείμωνο να σκορπάνε το ευωδιαστό τους μωβ?
Ο ανάποδος δρόμος οδηγεί στο κέντρο της γης που με καταπίνει κι ύστερα από λίγο πάλι με φτύνει στον ουρανό. Να μαθαίνεις την καρδιά σου σε μια αδιάκοπη αναπήδηση γιατί τούτος ο κύκλος δεν κλείνει. Γύρω τόσοι πολλοί βουβοί να μιλάμε το ίδιο. Μένει μονάχα να την ξεκλειδώνουμε κάποτε απτην σκοτεινή της κάμαρα και να την αφήνουμε να λιάζεται στο φως
- ευτυχώς που μ'έβγαλα

Πέμπτη 25 Σεπτεμβρίου 2008

way out of here...



Ανέπαφη ομορφιά- άμοιρη ζωή. Η λαβαντούλα που αγάπησα έπεσε στα πόδια του άπληστου εντολοδόχου ηγεμόνα κ αυτός την έστειλε να χτυπηθεί απτα δόντια ενός ασήμαντου εκσκαφέα εκτελεστή. Η "εξυγείανση" του τόπου προχωρά με μαύρη πίσσα και σκόνη γκρι ενώ η ψυχή αποθηκεύει τ'απωλεσθέντα και ρίχνει μαύρη πέτρα στον πλανήτη τους...

Τετάρτη 24 Σεπτεμβρίου 2008

Cascade


Οι αριθμοί μου έχουν φέρει κίτρινο πυρετό- δεν ελπίζω πως θα βρω πενικιλλίνη. Τ'άγρια βότανα θα κολυμπάνε στο στομάχι για μέρες μάταια ώσπου να βγάλω το μυαλό μου από την πρίζα.
Είπαν: «το μαύρο σου πάει»...Στον ύπνο μου είδα τόσα πουλιά κι ένα μαύρο πουλί μπήκε μέσα από το αυτί μου σήμερα. Παράλυσαν όλοι οι νευρώνες κι η καρδιά άρχισε να χτυπά κάτω απ' το μηδέν σε κρύο πολικό.
Να πώς μπορεί του κόσμου το σκοτάδι ν’αντέξει στους αιώνες με το μαχαίρι του θανάτου. Γιατί αυτός μετρά ανθρώπινο χρόνο και μηδενίζει- Όλες κ όλες δυο στιγμές μόνες σ’ένα σκουριασμένο μυαλό.
Εκείνη ετοιμάζει μεσημεριανό στην καθαρεύουσα κ εγώ μικρό παιδί με τα μάτια μια παλάμη πιο ψηλά και το στόμα ν'ακουμπά στο νεροχύτη να ρωτώ γι αυτά που χορταίνουν του παιδιού τη φαντασία.
Εκείνη βάζει για καφέ νερό κ αρχίζει διαλέξεις με τα όσα πρέπει κ τα όσα μη για καλαναθρεμμένες δεσποινίδες, αφ'εξής έξυπνες συζύγους, δυστυχισμένες ζωντοχήρες.
Εκείνη στου κόσμου την υψηλή κοινωνία, στις πηγές της αφθονίας...

Αν δεν σε συναντώ πια, ωστόσο, είσαι κ εσύ μέσα εδώ, εσύ εδώ τα καλοκαίρια, εγώ εκεί πάνω στη σοφίτα τους χειμώνες- πάντα θα συμπληρώνεις το κλιμάκιο.
Εύχομαι να πετάξεις ψηλά πιο ψηλά απ’τον γκρίζο ουρανό που άρχισες να κουβαλάς μόλις ένοιωσες πως έπαψες μ'αγάπη ν'αγκαλιάζεσαι και δόθηκες απλόχερα για λάφυρο στο θάνατο. Εκεί ψηλά τουλάχιστον θα μπορείς να αγαπιέσαι παντοτινά…

Δευτέρα 22 Σεπτεμβρίου 2008

c'etait ici...


To δωμάτιο γέμισε σκόνη. Κι αν είσαι μπλε, κρυστάλλινο παιδί τι να το κάνεις όταν δεν ξέρεις πώς-Με ακτινογραφείς, σε ακτινογραφώ. Πώς; 'Ελα να με πάρεις αγκαλιά- κουράστηκα τη συντροφιά των άλλων...

Παρασκευή 19 Σεπτεμβρίου 2008

Holly Hole

Το μελάνι δεν τελειώνει εδώ. Μπορεί να να εξαντληθεί το κάρβουνο όμως ή να καεί το χέρι. Έχω μια ζυγαριά στην τσέπη μου. Κάθε μέρα ζυγίζω χαρμολύπη και ανάλογα...Υπάρχουν αγκάθια που σφηνώνουν στην καρδιά και όλο ‘περπατάνε’. Όταν σταματήσουν, για να τα βγάλεις χρειάζεται τανάλια αλλά κ αυτό πάλι το έκανα. Μετά μένει μια τρύπα αιμορραγική και περιμένεις να τελειώσει το αίμα- Θε μου δε μου τελειώνει το αίμα τους. Όσο γεμίζω αγκάθια τόσο διψώ. Ζητώ να πιώ τη γνώση. Ο ωκεανός ρούφηξε θάλασσες, ποτάμια…-να γίνω ωκεάνιος. Γεμίζω αγκάθια και μαζεύω γνώση, γεμίζω αγκάθια και σκοτώνω την καρδιά. Γύρω μου αιωρείται μια αγάπη υπερωκεάνια κι εγώ βουλιάζω με δεμένη στο λαιμό μου μοναξιά ανυπέρβλητη…

Τρίτη 16 Σεπτεμβρίου 2008

Cecilia & the Balkans



Πιο συχνά, απ’το πουθενά, παρεμβάλλονται στον αμφιβληστροειδή σκηνές σαν κηλίδες σκιασμένες από δέντρο ψηλό, με την πλάτη ν’ακουμπά σε τοίχο λευκό και τα μάτια μισόκλειστα στην αντηλιά που βγάζει το λαμπύρισμα της θάλασσας, ένας πεζοπόρος στο σιωπηλό μονοπάτι του βουνού με τα κίτρινα κομμένα στάχυα και το χάδι του ανέμου στον αυχένα… Γλυστράνε απτα βλέφαρα και παραπλανούν το οπτικό πεδίο στο βαθμό που για μερικά δευτερόλεπτα αιωρείται, μετέωρο, το τώρα - ένα έργο με πλάνα αμοντάριστα. Τα κρόσσια ποιάς μνήμης, ίσως μια κρίση πανικού σ'ένα δωμάτιο με θέα? Πόση πραμάτια μπορείς να χωρέσεις στα συρτάρια σου χωρίς να ξεχειλίσει? Την προτελευταία φορά δεν έκλεινε. Την τελευταία χύθηκαν όλα έξω. Κάπου σ’ένα αδιέξοδο του δρόμου υπάρχει ακόμα ένα ξύλινο πάτωμα, μια μπάρα στον κίτρινο τοίχο κ ένας καθρέφτης, 2 ηχεία δαπέδου κ ένα βιολί ζεστό δαιμονισμένο που περιμένει…

Τρίτη 9 Σεπτεμβρίου 2008

MANINA...

MAN Intellectual Normality & Abnormalities

- Γίναμε όλοι σουρεαλιστές για να ζαχαρώνουμε πριν την κατάποση το πικρό μας χάπι. Nα σκάβεις τόσο πίσω είναι χιλιετζιά. Ο χρόνος κουκουλώνει τους λάκκους του κ ύστερα ξεπλένει σα βροχή τα σημάδια. Τίποτα δε μένει ίδιο κ ότι απέμεινε αχνό -μερικές ανήμπορες συναντήσεις στα σκοτάδια. Μ’ ένα ‘πώς’ χαζεύεις το κουλό σου χέρι και την πόρτα που έκλεισε. M’ ένα ‘γιατί’ πετάγεσαι απ’το κρεβάτι κ ανάβεις όλα τα φώτα...

ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑ ΣΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ
«Σκοπός της ζωής μας δεν είναι η χαμέρπεια.
Υπάρχουν απειράκις ωραιότερα πράγματα
και απ’ αυτήν την αγαλματώδη παρουσία
του περασμένου έπους.
Σκοπός της ζωής μας είναι η αγάπη.
Σκοπός της ζωής μας
είναι η ατελεύτητη μάζα μας.
Σκοπός της ζωής μας
είναι η λυσιτελής παραδοχή της ζωής μας
και της κάθε μας ευχής
εν παντί τόπω εις πάσαν στιγμήν
εις κάθε ένθερμον αναμόχλευσιν των υπαρχόντων.
Σκοπός της ζωής μας
είναι το σεσημασμένον δέρας της υπάρξεώς μας.»

Ανδρέας Εμπειρίκος
Υψικάμινος - 1935

Πέμπτη 4 Σεπτεμβρίου 2008

Northtruth



Έχω καταλάβει. σε λίγο θα υπάρχω μόνο εδώ

1.[Rêve – rếsistant]
Φυσάει πάλι και κάπου χάνεται ένα δάσος- εδώ. Είμαστε κουτοί κι επικίνδυνοι απάνθρωποι. Η απληστία και η ματαιοδοξία μας σακατεύουν. Προσπαθώ να πάψω να ταϊζω τις εμμονές μου και τα πάθη μου. Το χέρι που μου χαρίζεται βγαίνει από σώμα επουράνιο. Είναι παράξενο όμως πόσα πολλά αόρατα χέρια πόσα στόματα κ μάτια μαζεύονται γύρω μου. Δηλαδή εσύ χτίζεις τα πυργάκια σου στην άμμο κι εγώ στήνω γέφυρες στον αέρα? Τα πρόσωπα και τα γεγονότα είναι φανταστικά και η οποιαδήποτε συνάφεια με την πραγματικότητα μια απλή σύμπτωση. Άλλωστε πώς μπορείς να ξεκάνεις ένα πολεμιστή μόνο και μόνο επειδή του ζητάς να «κολυμπήσει βαθύτατα»?-όχι εγώ. Προτού φιληθούμε όμως να πλύνεις τα δόντια σου γιατί το χνώτο σου μυρίζει και το ξέρεις πώς η ωραία Ελένη ήταν άσχημη ο Πάρης αγάμητος κ εγώ κακός άνθρωπος. Και καμιά φορά με πιέζω να ξεγλιστράω από τις δακρύβρεχτες καταβολές μου αλλά δύσκολα τελικά…Το καλοκαίρι φορτώνεται ανόρεχτο τις αγάπες του στην πλάτη. Παίρνει όσες φέρνει και πίσω του σέρνει κόκκινα ξέπνοα αλμυρά δειλινά Στο δρόμο πετάω ρώγες απ΄το αφάγωτο μαύρο σταφύλι να φάνε ταξιδιάρικα πουλιά κ πλησιάζω το μονοπάτι με τα πυροτεχνήματα…

2.[Rêve- forgotten]
Η αλήθεια μοιάζει μ’ένα σεντόνι τόσο μεγάλο που μόνος σου είναι αδύνατο να το διπλώσεις. Κάθε φορά που πιάνεις τις δυο άκρες η τρίτη και η τέταρτη έχουν κρυφτεί εκτός κι αν μεγαλώσεις αρκετά ή σε βοηθάνε…
Στην πολυθρόνα του κάθεται ένα κέρινο ομοίωμα γιατί έπαψε ν’αλλάζει θέση. Το δωμάτιο δεν είχε ταβάνι και το έσκασε.
Στο κεφάλι του έχει βάλει νερό κ ψάρια και με τα πρώτα κρύα θ’αποσύρει τη θάλασσα και θα φτιάξει βουνά και πεδιάδες μ’εσπεριδοειδή αλλά ακόμα είναι νωρίς. Οι λέξεις έμειναν πίσω και τα λόγια, οι τσέπες του άδειασαν από συνταγές για τους αφελείς. «Μην ενοχλείτε» κρέμεται έξω από την πόρτα κι αυτός λείπει εκτός. Έχει ξαπλώσει δίπλα στο κύμα κ ένα άρωμα γλυκό τον τυλίγει -ν’αποκοιμηθεί- Έχει ξεχαστεί-. Δικαίωμά του να περνάει ευτυχισμένος…

the bond-"cavaleria rusticana"




απλά δεν θα...Πρέπει να πω κάτι? δεν ξέρω τι να πω. Είμαι εδώ και θα είμαι αλλά πάνω στην καρδιά μου έχει απλωθεί ένα στρώμα πίσσα. Είναι σκληρή η αλήθεια και μικροί οι άνθρωποι- κ εγώ τόσο μικρή είμαι. Μπορεί και να μοιάζαμε σα δυο σταγόνες νερό πού ξέρεις? Και ίσως γι'αυτό να μην αντέχονται όσα είδα. Αν απλώσεις το χέρι θα το αγγίξεις το δικό μου που κρέμεται τώρα στο πλευρό του χωρίς παρηγοριά...Όμως μην ξεχνάς είναι κοντά η Καινούργια Ζωή