Πέμπτη 28 Αυγούστου 2008

lignes






Έχω ένα χάρτη κουρελιασμένο και την αλήθεια να κουλουριάζεται μέσα μου. Οι γραμμές που αφήνουν τα πόδια του γλάρου στην άμμο είναι για μένα- για να φύγω και να ξεφύγω απ’το δρόμο. Βλέπω τα άσπρα δόντια του φόβου αλλά δε φοβάμαι -ακόμα κρατώ το χέρι που μου χαρίζεται. Έχω βουλώσει τις τρύπες στην καρδιά μου με βότσαλα διαφανή- είναι καλύτερα έτσι, να μπαίνει το φως. Τα μικρά κοχύλια τα κρατάω κολλημένα στο δέρμα για παρέα. Μια στάση ακόμα, είπα, στο μπλε και στο πράσινο, να βουτήξω στην αόρατη μπογιά και να πάθω ανοσία στα σκοτάδα. Εκεί στην απόκρημνη ράχη που σκαρφαλώνω τόσο καιρό, μια ανηφόρα κακοτράχαλη σχεδόν ερημική, φτάνουν στ΄αυτιά μου του κόσμου τα χάχανα κ από ψηλά καίει του ήλιου η χαρά όχι η δική μου γιατί ο γιαλός μου έγινε γυάλινος και καθόλου νερό δεν έχει και πάνω μου καθρεφτίζεται τώρα ένας χειμώνας που έρχεται σα γκρίζο σκοτεινό πουλί κ με κάνει να τρέμω- Μια στάση ακόμα σε παρακαλώ-

Σάββατο 16 Αυγούστου 2008

το φεγγαράκι κ η ευχή



Είναι όμορφο όταν ακούς ξανά φωνές στο ακουστικό που από καιρό έχεις χάσει μέσα από τα τρελλά ρολόγια της μέρας. Ο ουρανός απόψε δεν είναι πολύ σκοτεινός κ όλα τ'αστέρια λίγα, μακρινά. Μόνο το φεγγάρι είναι πολύ κοντά. Θυμήθηκα το κομμάτι του πρωινού μου μέσα από ένα κύμα ευδαιμονίας ίσως και κυνισμού (http://dsidiropoulos.blogspot.com/2007/11/blog-post_16.html) η Μαργαρίτα, η Μαργαρώ... Λίγο πριν, η θάλασσα μυρίζει σα λίμνη από τη ζέστη κ εκείνο φτιάχνει το δρόμο του στο νερό χαμογελώντας για να δελεάζει. Να πας όλο πιο μέσα, όλο πιο βαθιά, όλο πιο κοντά στην καρδιά. Στο φωτεινό σεργιάνι, 4, 5, 8..15 σκαλοπάτια. Δύο χαζεύουν αποσβολωμένοι από έρωτα- αγαλματάκια ακούνητα, αμίλητα, αγέλαστα, μέρα ή νύχτα; Δύο κρύβονται ασυναίσθητα πίσω από λόγια ανούσια πίσω απ' τις κόκκινες καύτρες του τσιγάρου τους. Δυο κάθιδροι προσπαθούν απεγνωσμένα να ξεκολλήσουν το στέισον βάγκον απτην άμμο. Κ εγώ νομίζω πώς δεν κολυμπάω μονάχα μεγαλώνω κ άλλο καθώς αυτό που αντικρύζω σκίζει στα δυο τη λογική, σκίζει τη μοναξιά μου. Συνεχίζεται η ζωή κ εδώ κ πέρα από εδώ...

Παρασκευή 15 Αυγούστου 2008

15Αύγουστος


Τώρα που λείπεις νιώθω πως έγινε αόρατος ο ένας κρίκος απτους τρεις που μας κρατούσε. Στον ίδιο χώρο και οι τρεις φτιάχναμε το ηλεκτρομαγνητικό πεδίο ενός αιώνα. Δε σου’ λεγα τιποτα, την αλήθεια, τα τελευταία χρόνια. Πώς θα μπορούσα άλλωστε να σε βασανίσω; Τρεις γενιές και πώς κατάντησε την πρώτη η τελευταία. Κατεβάζω στον Άδη την ψυχή και το σώμα. Πώς θα τα πάω στον Ουρανό; Κι όσα σ’αυτήν εδώ την εποχή κερδήθηκαν έχουνε άραγε την ίδια αξία μ εκείνα που απ’την πρώτη με σένα είχαν κερδηθεί; Θα γιόρταζες σα σήμερα –πάλι μισά θα στα λεγα όλα. Τώρα που με κοιτάς από ψηλά νιώθω πως δε με θέλεις άλλο να με βλέπεις, γι αυτό δε μ επισκέφτεσαι. Εκείνη όταν με κοιτά θα ναι με λύπηση ή με θυμό- έχει σκεπάσει μ’αυτά την αγάπη και συνέχεια προσπαθώ να την τραβήξω από κάτω λες κ είναι κάποιο μισοφόρι που μόνο κατά τύχη μπορεί κάτω από τη φούστα να ξεπροβάλει…Συγχώρεσε με γιαγιά

Δευτέρα 11 Αυγούστου 2008

starjet



Σχεδόν κρεμάστηκα από εκείνο το μπαλκόνι προκειμένου να φτάσω ένα αεροπλάνο απ’όσα πετούσαν κάθε τέταρτο χαμηλά πάνω απτα κεφάλια μας, προκειμένου να με πάει πέρα από τη θάλασσα. Κάθε τέταρτο μία άφιξη, ν’ακολουθεί μια αναχώρηση- μόλις σβήσει η φωτεινή επιγραφή μπορείτε να λύσετε τη ζώνη.... Κ ύστερα πάλι είναι που πρέπει να ξεχάσεις το ταξίδι στ'άστρα μήπως μπορέσεις και ξυπνήσεις νωρίς. Σα σαύρα πληγωμένη στην κοιλιά σέρνομαι ανάσκελα στο κρεβάτι, στρίβω στο πλάι κ σηκώνομαι στο χιλιοστό που ξεκολλάει η πλάτη από το στρώμα κινδυνεύοντας ν’αδειάσω στο πάτωμα. Κάποτε πρέπει να μάθω το πολύ πρωί να συμβιβάζομαι με μια ελάχιστη ενεργειακή κατανάλωση σαν οικολογικός λαμπτήρας. Το βράδυ κρεμάστηκα σα λαμπιόνι από ένα μπαλκόνι με θέα στη θάλασσα που από πάνω του διαρκώς πετούσαν αεροπλάνα αποδημητικά...

Έχω μια τρύπα μέσα μου. Το αίμα ακολουθεί τον πιο σύντομο δρόμο όταν το διατάζω. Έχω μία τρύπα στην πλάτη κ από εκεί στραγγίζει όλο, συχνά το παρακολουθώ ν’ αναβλύζει και να χάνεται. Όπου κ αν ακουμπήσω αφήνω το λεκέ μου. Έχω περπατήσει αδειάζοντας το αίμα μου σε μια σιωπηλή ακτή με μέλη μουδιασμένα, ερήμην χρόνου, φτιάχνοντας σχέδια. Η αρχή ξοδεύτηκε και η μέση μοιάζει με μια άλλη αρχή. Καμιά φορά ψαχουλεύω με το χέρι μου μέχρι να βρω αυτήν την τρύπα πασχίζοντας να δω μήπως μέσα της φύτρωσε κάτι που θα κάνει το αίμα μου να πάψει...

Λιωμένος στο κάθισμα οχτώ και μισή λίγο πριν βραδιάσει τον πιάνω στην κόγχη του ματιού μου σαν ένα σκουπιδάκι που πληγώνει. Ενας άγγελος μικρός που σέρνει το δεξί κουλό του πόδι και τραγουδάει, γελά με τα χέρια του να χειρονομούν ατσούμπαλα σε μια συνομιλία αόρατη. Όλο το βράδυ περνά από το αριστερό πεζοδρόμιο μπροστά μου στο δεξί πεζοδρόμιο κ από το δεξί στο αριστερό χωρίς να κοιτα το φανάρι, λάμποντας κ τραγουδώντας ώσπου στο τέλος γεμίζει κεραυνό και βροχή όλος ο δρόμος κι αυτός με τα ταλαντευόμενα χέρια γίνεται ο αδερφός μου που παλεύει αγόγγυστα με τσακισμένα κατάρτια σε δύσκολο καιρό…

Τετάρτη 6 Αυγούστου 2008

Remembrance

Το βράδυ, αυτή η φέτα πορτοκάλι πάνω απ’τα κεφάλια μας είναι αρκετά μεγάλη για να μου θυμίζει πώς διψάμε και πως στα όνειρά μας παίρνουμε τη μορφή ενός Ίκαρου βλάσφημου κ αλαζονικού που φέρνει σε πέρας την πολυπόθητη του πτήση...
Η συνειδητότητα της ύπαρξης και αυτή της συνύπαρξης άλλοτε οδηγεί σε μονοπάτια κατάφωτα και άλλοτε στο φόβο. Φοβόμαστε τόσο που την ώρα που κοιταζόμαστε στα μάτια και κοιτιόμαστε στον καθρέφτη αγωνιούμε να αποσπάσουμε τη διαφορετικότητά μας πιο πολύ από την αγάπη απ’το ίδιο το είδωλό μας...

Υπάρχουν τόσα πολλά άλυτα, Κύριε βοήθα. Ακόμα αναζητώ τη λύση ή τη λήθη στη θάλασσα-
Στη διαδρομή για την πηγή αναγνωρίζεις αυτούς που σε τριγυρίζουν και βρίσκεις ξανά εκείνους που χάθηκαν…
Την Α-Ω ώρα όλοι οι χάρτες της γης ανάβουν στα μάτια σου μπροστά διαδοχικά, σε μία προβολή ο ένας πίσω από τον άλλο, με όλες τις στεριές κ τα δάση τα νερά, τη θάλασσα – κ αυτοί οι χάρτες δε χωράνε σε κανένα δωμάτιο - η γεωγραφία είναι το αδύνατό μου. Κάποιοι που τώρα σε γυροφέρνουν θα είναι προβολές άλλης διάστασης και όσοι χάθηκαν θα βρίσκονται εκεί.
Θα δεις τη νύχτα απ’το πιο ψηλό σημείο μιας πόλης άγνωστης που ξεδιπλώνει με φώτα τα πανύψηλα οικοδομήματά της. Προτού μαντέψεις τ’όνομά της ο σκοτεινός ουρανός θα γεμίσει με τα άστρα που κάποτε ισορροπούσαν μακριά σου, τώρα να περνάνε μπροστά σου στριφογυρίζοντας σαν σφαίρες από νούμερο ζογκλέρ.
Τότε θα καταλάβεις πώς με κανένα τρόπο και ποτέ δε θα μπορέσεις να γυρίσεις. Γιατί θα είσαι το κέντρο μιας περιστρεφόμενης δίνης τόπου και χρόνου, στο κέντρο μιας σφαίρας με κυλιόμενους μεσημβρινούς κι ενώ καθόσουν σ’ένα τραπέζι και πατούσες στα μάρμαρα τώρα πατάς πάνω στο χορτάρι που φυτρώνει κάτω από τα πόδια σου μέχρι το σύνορο της καταπράσινης πεδιάδας μ’ εκείνα τα κόκκινα χώματα ίσως κάποιας αποξηραμένης λίμνης. Το χώμα κάπου θα σκάει εδώ και θα ξεμυτίζουν όμορφα σπίτια με βαμμένους τοίχους που κανένα δε θα ναι το δικό σου κ όμως όλα κάτι θα σου θυμίζουν.
Η κολλητή σου φίλη θα σε πάρει μαζί της με το μηχανάκι εσένα και άλλες φίλες σου. Μην το ρωτάς δεν μπορείς να σηκώσεις στην πλάτη σου τόσο κόσμο πια.
Όμως σε κάθε στάση καθεμιά τους θα ξεχνιέται σε τόπο που καμιά τους πρωτύτερα δε γνώρισε αλλά η δύναμη της επιθυμίας θα ξεπερνά εκείνη της λογικής κ θα επιβεβαιώνει την κρίση - έπειτα πρέπει κ εσύ να φροντίσεις να μη χαθείς.
Θα δεις το μεγαλείο του κόσμου που δόθηκε στους ανθρώπους…

Δευτέρα 4 Αυγούστου 2008

καλοκαίρια..



Δε σημαίνει πώς όταν επιστρέφεις μπορείς να συγκεντρωθείς το υπόλοιπο καλοκαίρι ή να κοιμάσαι τα βράδια. Είναι καλό για μένα κ κακό για το αφεντικό. Βάζεις το μυαλό σου σε διακοπές διαρκείας και δε σε νοιάζει αν είσαι νήπιο, μεγάλος ή γονέας και κηδεμόνας, υπάλληλος ή χορευτής, οδηγός φερρυμπόατ ή ζωγράφος, καθαρίστρια ή καφετζής. Τελώνης ή Φαρισαίος…Καλοκαίρι είναι. Έλεος πια. Άνοιξε κανένα παράθυρο
Έξω από το ανοιχτό παράθυρο το βράδυ, ένα χρόνο μετά, τα νήπια γίνονται μεγάλα παιδιά και κρύβονται από τα μάτια των γονιών τους κάτω απτο μπαλκόνι κι οι γονείς αποδεκατίζονται μπροστά στο αδυσώπητο ταλέντο του χρόνου. Η ζωή περνάει απ’έξω με θόρυβο εξάτμισης. Μετά αποδεκατίζονται και τα μεγάλα παιδιά…Ο Λάνσελοτ προδίδει τον Αρθούρο κ η Γκουίνεβιρ γίνεται μοναχή. Το Εξκάλιμπερ επιστρέφει στη νεράιδα της λίμνης…
Τα μαλλιά δεν υποφέρονται ν’ ακουμπάνε στον αυχένα με τη ζέστη κ η σκέψη αργοπορεί ανάμεσα στα δάχτυλα, το μαξιλάρι ζεματάει. Είναι πιο δυνατή η αναπνοή μου από την πνοή του αέρα. Όπου είμαστε ίδιοι βλέπουμε τα πράγματα από άλλη πλευρά.
Μόλις έπεσε ο ήλιος ξεχάστηκα στην ασημένια μισοσκότεινη θάλασσα και αφέθηκα δίχως πρωτοβουλίες μισοπνιγμένος. Ένας ναυαγός που βλέπει την στεριά κοντά του αλλά ηθελημένα δε βιάζεται, που γλίτωσε απ’τα σκυλόψαρα αλλά έγινε τρωτός σε λιλιπούτεια βέλη. Τα όργανα μου απελευθερώθηκαν μέσα στις θήκες τους γεμάτες νερό, τα μέλη μου έγιναν κλωστές που κρέμονται απ’ το σώμα. Δεν υπάρχει άλλος κανείς –εγώ και ο ουρανός εγώ κ ο βυθός- ο ναυαγοσώστης δε δουλεύει μετά τις οχτώ και μισή. Μόνο ένα κοπάδι μουρμούρες που περνάει βιαστικά δίπλα για να μου δείξει πως πρέπει τώρα να ζητήσω τη σιωπή. Έξω στη στεριά κάποιοι σωριάζονται μισολιπόθυμοι απ΄τη ζέστη στις πράσινες καρέκλες κ όταν μπαίνω στο σκηνικό τους από το πουθενά αφήνουν πάνω μου τα 1000 μάτια τους κολλημένα να με βαραίνουν οι ανόητοι….

Παρασκευή 1 Αυγούστου 2008