Σάββατο 11 Οκτωβρίου 2008
Στο φως, αφάνισε...
Τα βράδια λειτουργώ με λυχνία. Το καλώδιο της γεννήτριας το έχει ροκανίσει ο ποντικός. Το δίκτυο έγινε σαύρα και έρπεται στο πάτωμα ναρκωμένο κυλώντας μαζί του, απ’την ουρά του, όσα περιμένουν στην άκρη της γλώσσας. Στο τέλος χωνεύονται μέσα μου όλα ξανά σαν πυρομάχι. Τα τηλέφωνα με παλαμάκια τα διατάζω στο αθόρυβο- συγχώρεσέ μου τα αναπάντητα- Ταξινομείται το χθες σε συρτάρια, την ώρα που το τώρα πορεύεται ασήμαντο με μηδενική ταχύτητα ώσπου στο τέλος κι αυτό εξοστρακίζεται πάνω στους δείκτες ενός ρολογιού που δεν κοιτώ ποτέ κ από εκεί μέσα στο τσεπάκι κάποιου Μορφέα για να γίνει χθες. Σήμερα δε νυστάζω.-Και στο αύριο βάζω να σαρώνει όλα τα βραβεία. Όσες εικόνες περνούν στα αζήτητα την ώρα της μέρας πού’χες γίνει ένα καλοκουρδισμένο μηχανάκι τώρα διαχέονται μέσα σου ευλαβικά κ εκτοπίζεται η πόλη. Τα σύννεφα ασπρίζουν ακόμα στο φως του φεγγαριού. Το ρόδι κόκκινο διάφανο σου βάφει το στόμα σαρώνοντας τις προηγούμενες απόπειρες γεύσης. Τα χέρια σου παίρνουν το χρώμα του φλοιού. Το ξίφος σου γυαλίζει στις άκρες των δαχτύλων. Ότι έχω μέχρι τώρα φυλάξει καλά για φθινόπωρο δεν είναι τα κίτρινα σκουριασμένα φύλλα τα πεσμένα στο δρόμο. Είναι η πράσινη τρικυμισμένη θάλασσα όταν ο γιαλός αναπνέει την ταραχή. Είναι ο άνεμος που περνά από τα πεισματικά σφραγισμένα ανοίγματα για να τον ακούς κι εκείνα τα πουλιά που μετεωρίζονται κατάντη στο λευκό ουρανό αντίστροφα στο χρόνο πτήσης. Ο μούστος ο βαθύς μαβής που προϊδεάζει του κρασιού τη ζάλη, το μωβ απ΄τα λουλούδια στα χέρια σου που μύριζαν. Είναι που άργησα και τώρα έχω κολλήσει το μούτρο στο γυαλί- γράψε γυαλί παντός είδους- «αυξάνεται κ πληθύνεται του ανθρώπου η συμμορία…» και με τη μουσική δυνατά συνοδεία στο λαβύρινθο αποφασίζω να περπατώ με σιγουριά... Εκεί στο νότο…

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου