Πρωτόπλαστο πλάσμα ακόμα, την αγωνία του ανέμου ντύθηκα νωρίς με άγουρα, αδύναμα φτερά. Κι όπως ο άνεμος περιπλανήθηκα- Όμως εις μάτιν. Δεν έσπειρα τίποτα κ είδα ουδέν. Ενόσω υπάρχω τραγική ειρωνία κ αγκάθι.
Εκείνο που με έλουζες Αγάπη το έκλεψε ο δρόμος. Το σκόρπισα. Εχάθει.
Όσο απόμεινε λειψό απόσταγμα να κολυμπά τυρρανικά στον καυτό λυωμένο μου πυρήνα.
Γύρισα μανδύας θνητός νοτισμένος χίμαιρες και σάρκα πεινασμένη να μ'εμποδίζουν να πετώ, όχι να πετώ, τα υπάρχοντά μου, να μου θυμίζουν διακαώς πόσο μικρός, πόσο αλλότριος ο κόσμος, πόσο καρφώθηκα στο τέλος ακίνητος και το ταξίδι από πάνω μου μετέωρο να σβήνει... Μέχρι εκεί που απωλέσθηκε η ανθρώπινη ελπίδα, την ώρα που βυθίζονταν στα σκοτεινά του υπόγεια ο νους κι έξαφνα φώτα απόκοσμα με ζώσαν και με τραβούν με την ψυχή να φύγω ν'αναζητήσω όσα έχασα...

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου