
Δε σημαίνει πώς όταν επιστρέφεις μπορείς να συγκεντρωθείς το υπόλοιπο καλοκαίρι ή να κοιμάσαι τα βράδια. Είναι καλό για μένα κ κακό για το αφεντικό. Βάζεις το μυαλό σου σε διακοπές διαρκείας και δε σε νοιάζει αν είσαι νήπιο, μεγάλος ή γονέας και κηδεμόνας, υπάλληλος ή χορευτής, οδηγός φερρυμπόατ ή ζωγράφος, καθαρίστρια ή καφετζής. Τελώνης ή Φαρισαίος…Καλοκαίρι είναι. Έλεος πια. Άνοιξε κανένα παράθυρο
Έξω από το ανοιχτό παράθυρο το βράδυ, ένα χρόνο μετά, τα νήπια γίνονται μεγάλα παιδιά και κρύβονται από τα μάτια των γονιών τους κάτω απτο μπαλκόνι κι οι γονείς αποδεκατίζονται μπροστά στο αδυσώπητο ταλέντο του χρόνου. Η ζωή περνάει απ’έξω με θόρυβο εξάτμισης. Μετά αποδεκατίζονται και τα μεγάλα παιδιά…Ο Λάνσελοτ προδίδει τον Αρθούρο κ η Γκουίνεβιρ γίνεται μοναχή. Το Εξκάλιμπερ επιστρέφει στη νεράιδα της λίμνης…
Τα μαλλιά δεν υποφέρονται ν’ ακουμπάνε στον αυχένα με τη ζέστη κ η σκέψη αργοπορεί ανάμεσα στα δάχτυλα, το μαξιλάρι ζεματάει. Είναι πιο δυνατή η αναπνοή μου από την πνοή του αέρα. Όπου είμαστε ίδιοι βλέπουμε τα πράγματα από άλλη πλευρά.
Μόλις έπεσε ο ήλιος ξεχάστηκα στην ασημένια μισοσκότεινη θάλασσα και αφέθηκα δίχως πρωτοβουλίες μισοπνιγμένος. Ένας ναυαγός που βλέπει την στεριά κοντά του αλλά ηθελημένα δε βιάζεται, που γλίτωσε απ’τα σκυλόψαρα αλλά έγινε τρωτός σε λιλιπούτεια βέλη. Τα όργανα μου απελευθερώθηκαν μέσα στις θήκες τους γεμάτες νερό, τα μέλη μου έγιναν κλωστές που κρέμονται απ’ το σώμα. Δεν υπάρχει άλλος κανείς –εγώ και ο ουρανός εγώ κ ο βυθός- ο ναυαγοσώστης δε δουλεύει μετά τις οχτώ και μισή. Μόνο ένα κοπάδι μουρμούρες που περνάει βιαστικά δίπλα για να μου δείξει πως πρέπει τώρα να ζητήσω τη σιωπή. Έξω στη στεριά κάποιοι σωριάζονται μισολιπόθυμοι απ΄τη ζέστη στις πράσινες καρέκλες κ όταν μπαίνω στο σκηνικό τους από το πουθενά αφήνουν πάνω μου τα 1000 μάτια τους κολλημένα να με βαραίνουν οι ανόητοι….
Έξω από το ανοιχτό παράθυρο το βράδυ, ένα χρόνο μετά, τα νήπια γίνονται μεγάλα παιδιά και κρύβονται από τα μάτια των γονιών τους κάτω απτο μπαλκόνι κι οι γονείς αποδεκατίζονται μπροστά στο αδυσώπητο ταλέντο του χρόνου. Η ζωή περνάει απ’έξω με θόρυβο εξάτμισης. Μετά αποδεκατίζονται και τα μεγάλα παιδιά…Ο Λάνσελοτ προδίδει τον Αρθούρο κ η Γκουίνεβιρ γίνεται μοναχή. Το Εξκάλιμπερ επιστρέφει στη νεράιδα της λίμνης…
Τα μαλλιά δεν υποφέρονται ν’ ακουμπάνε στον αυχένα με τη ζέστη κ η σκέψη αργοπορεί ανάμεσα στα δάχτυλα, το μαξιλάρι ζεματάει. Είναι πιο δυνατή η αναπνοή μου από την πνοή του αέρα. Όπου είμαστε ίδιοι βλέπουμε τα πράγματα από άλλη πλευρά.
Μόλις έπεσε ο ήλιος ξεχάστηκα στην ασημένια μισοσκότεινη θάλασσα και αφέθηκα δίχως πρωτοβουλίες μισοπνιγμένος. Ένας ναυαγός που βλέπει την στεριά κοντά του αλλά ηθελημένα δε βιάζεται, που γλίτωσε απ’τα σκυλόψαρα αλλά έγινε τρωτός σε λιλιπούτεια βέλη. Τα όργανα μου απελευθερώθηκαν μέσα στις θήκες τους γεμάτες νερό, τα μέλη μου έγιναν κλωστές που κρέμονται απ’ το σώμα. Δεν υπάρχει άλλος κανείς –εγώ και ο ουρανός εγώ κ ο βυθός- ο ναυαγοσώστης δε δουλεύει μετά τις οχτώ και μισή. Μόνο ένα κοπάδι μουρμούρες που περνάει βιαστικά δίπλα για να μου δείξει πως πρέπει τώρα να ζητήσω τη σιωπή. Έξω στη στεριά κάποιοι σωριάζονται μισολιπόθυμοι απ΄τη ζέστη στις πράσινες καρέκλες κ όταν μπαίνω στο σκηνικό τους από το πουθενά αφήνουν πάνω μου τα 1000 μάτια τους κολλημένα να με βαραίνουν οι ανόητοι….

1 σχόλιο:
Κι εγώ εδώ για τον ίδιο λόγο που το αγαπάς κι εσύ...
Δημοσίευση σχολίου